Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Η αλητεία του αίματος





Η μνήμη είναι, μια βαλίτσα
Η λήθη είναι δύο
Να πάρουμε το φως απ' την αρχή
να δούμε αν επιμένει στο κάρβουνο
Εγώ δεν πείθομαι, βλέπεις,
έχω τόσες φλόγες να συντηρήσω

Φλόγα πρώτη:
Μ' ακουμπάς
και το αίμα μου ανοίγει μεγάλα μπουμπούκια
Στο τέλος δε θα μείνει χώρος για μένα

Φλόγα δεύτερη:
Να παίζεις με το μηδέν
και να μένεις στον άσο

Φλόγα τρίτη:
Αυτή η ένδεια
του να μη στέκεσαι
των θηρίων ηνίοχος
αλλά και βορά διαδρομών
Θέλησα το σώμα
στην προέκταση του σε ήλιο,
τώρα ζητάω απ' την ποίηση
να μου σπάσει τα χέρια

Φλόγα τέταρτη:
Αυτή όπου ρίχνω τα σφαγμένα ποιήματα
Αυτή που με περιμένει

Φλόγα πέμπτη (η επονομαζόμενη και κοινή):
Τρελέ, θα πιάσουμε καμιά πυρκαγιά εδώ μέσα




Μονίμως ονειρεύομαι
μια ανηφόρα που θα βγάζει ολόισια στα σπλάχνα σου
να μπαίνω και ν’ αλλάζω τους αλγόριθμους
έτσι που η καρδιά
να ξεκουφαίνει ενδελεχώς την νόηση
Αγχειβατείν – Pallasck
που λέγαν κι παππούδες μου
(πατώντας με τα πόδια τους τον μούστο)
υπονοώντας σκοτεινά

Αίμα που’ χει το μέλλον μας
και πως να το χορέψεις




Εδώ
τhe evil eye is working overtime
λυπάμαι που το γράφω αλλά
το φως το καταντήσαμε
την τέλεια -για το τίποτε- κρυψώνα
-Τι άλλο θέλεις να σου πω-
εχθές το βράδυ στο μετρό
αγγίζονταν χιλιάδες σώματα
κι ούτε ένα τσαφ για τα προσχήματα
ούτε ένα τόσο δα ηλεκτρόνιο
κάτι
ν’ ανατριχιάσει τα χαμένα βλέμματα
μήπως και δούμε την Ιθάκη ολόγυμνη
κάτω από τα ταγιέρ
και τα πουκάμισα




Γιάννης Στίγκας



(ποιήματα από το βιβλίο του Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο, Μικρή Αρκτος, 2012)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου