Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

Ο κήπος, η γυναίκα και το νερό




Ο ΚΗΠΟΣ
Επέστρεφε στον ύπνο του συχνά
έψαχνε τα τοιχώματα
τα σκοτεινά της νύχτας

μισά κομμάτια

εύρισκε παλιούς πετάμενους καιρούς
στενές εικόνες
παιδί θυμόταν βρέφος
πως από τότε που μου πάγωσαν τα μάτια
πως είμαι ήδη
εφτά ημερών καιρός

ως τώρα μισό φεγγάρι φως

βγαίνει λουσμένο πιο λευκό
μυρίζει κήπο κι ευωδιάζει δάκρυ
μαζεύει τα μεσάνυχτα
τινάζει τ’ αξημέρωτα κι ανοίγει
να φυσήξουν τα σκοτάδια

πρόλαβα να μείνω ημιτελής

ως τώρα ακόμα κι έρχονται
ως τώρα πάντα και φυσούν
περνούν κλειστά κι ανοίγουν να φανούν
μπροστά, ψηλά και πάνω μου τα βάθη.



Η ΓΥΝΑΙΚΑ που ακούει τις βροχές
άπλωνε ψηλά
τα μαλλιά της στο παράθυρο
η γυναίκα που ακούει τις βροχές
τίναζε τα μαλλιά της κι άκουγε
τα πήλινα νερά σπασμένα

δρόμοι σκυφτοί αδιάβατοι καιροί
τέντωνε την απόσταση να φτάσει
να περάσει το κατώφλι ο πνιγμένος
στέγη στενή
ανάσαινε το δώμα να ψηλώσει
να χωρέσει το θαμμένο χώμα της αυλής

χαμένοι ποταμοί

μάζευε τους ίσκιους της κοντά
στόλιζε χόρτο το κορμί της να τ’ ανάψει
να κάψει πάνω της θολό το νερό λειωμένο

στεχνός αχός
τόση πλημμύρα ακούστηκε
κι έσταξε μόνο στάχτη



Η ΑΠΟΤΕΦΡΩΣΗ της λίμνης
αφυδάτωσε τον αέρα και τον άδειασε

τώρα που ρίξανε τους ουρανούς
που στερέψαν
τους παλιούς ανθρώπους του νερού
τώρα που κάψανε και σκόρπισαν
χαμένους τους ανέμους
ακούγονται κάτω να σπαράσσουν
τα όσα θαμμένα σώθηκαν
αυτά που μόνο βρέθηκαν

τα οστά και το αλάτι



Η ΕΠΑΡΚΕΙΑ της παλίρροιας
ότι ακόμα απομένει
ακουμπά στο διάβα του ελάχιστου λευκού
για την απόδειξη της καθαρότητας σαν ησυχία

σαν αγωνία, σαν παλίρροια πυρετού
η πληρότητα υπομένει την πλημμύρα
όταν αδειάζει η θάλασσα την ώρα
όταν η μνήμη τ’ ουρανού στερεύει
και ο κόπος εξαντλείται στην αλμύρα




Άντης Ιωαννίδης






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου