Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Αιμάτινη κορνίζα





(...)
Αυτό το πρόσωπο,
για να δείξει,
θέλει κορνίζα αιμάτινη.

Κική Δημουλά

(απόσπασμα από το ποίημα "Ανάδειξις", Επί τα ίχνη, 1963)

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Ιδιοκτησία






Η ποίηση ανήκει σ' αυτούς που την χρειάζονται.


(φράση από την ταινία "Il postino" του Michael Radford, 1994)







Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

Φωτογραφία 1948 - Ποιήματα 2013


Για τη Μύριαμ
εννοείται


Κρατώ λουλούδι μάλλον.
Παράξενο.

   Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
   πέρασε κήπος κάποτε.



   
Στο άλλο χέρι

κρατώ πέτρα.
Με χάρη και έπαρση.
Υπόνοια καμιά
ό,τι προειδοποιούμαι γι’ αλλοιώσεις,
προγεύομαι άμυνες.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε άγνοια κάποτε.




Χαμογελώ.
Η καμπύλη του χαμόγελου,
το κοίλο αυτής της διαθέσεως,
μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο,
έτοιμο.
Φαίνετ’ άπ’ τη ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Και προδιάθεση νίκης.




Το βλέμμα βυθισμένο στο προπατορικό αμάρτημα:
τον απαγορευμένο καρπό της προσδοκίας γεύεται.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου πέρασε πίστη κάποτε.




Η σκιά μου, παιχνίδι του ήλιου μόνο.
Φοράει στολή δισταγμού.
Δεν έχει ακόμα προφθάσει να είναι
σύντροφος μου ή καταδότης.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασ’ επάρκεια κάποτε.




Συ δε φαίνεσαι.
Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο,
για να ‘χω σταθεί στην άκρη του
κρατώντας λουλούδι
και χαμογελώντας,
θα πει πως οπού να ‘ναι έρχεσαι.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
ζωή πέρασε κάποτε.


Κική Δημουλά

(ποίημα από το βιβλίο της "Το λίγο του κόσμου", 1971)


*Οι φωτογραφίες είναι της Μύριαμ Ψυρίδου τραβηγμένες σε διάφορες στιγμές της στην Φιλανδία.


Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

Μου αφήνεις 50 δραχμές για τσιγάρα;




Εκείνα τα χρόνια δούλευα στο αγώγι. Τρίπολη-Αθήνα εξακόσιες δραχμές. Είχα μια κράισλερ, πετούσε. Δεκατρείς Μαΐου, με το παλαιό. Έκανε μια ζέστη, χρόνια είχα να τη θυμηθώ. Μετράω με το παλαιό εγώ. Ήρθε ένας, είχε το παιδί του διφθερίτη. Το είχε κουβαλήσει πρώτα στον Παπαδημητρίου. Σπουδασμένος στη Γαλλία ο Παπαδημητρίου. Του λέει, πάρε το αεροπλάνο να το πας στην Αθήνα το παιδί. Δεν είχαν τα μέσα εδώ.

Έρχεται αυτός με τη γυναίκα του, μπαίνουν στην κούρσα χωρίς συμφωνία.
― Από πού είσαι; τον ρωτάω.
― Από το Βαλτεσινίκο, μου λέει.
Το πατάω εγώ το αυτοκίνητο, τα φώτα αναμμένα, έντεκα το πρωί, άντε δώδεκα. Κάνω δυόμισι ώρες μέχρι το Παίδων. Τότε, με κείνους τους δρόμους. Σταματάω μπροστά στην πύλη, βγαίνει τώρα ο άντρας με το αγοράκι αγκαλιά. Θα ήταν ως τριών ετών. Το πηγαίνει μέσα. Εγώ περίμενα.
Έρχεται καμιά φορά, του λέω: Τι έγινε;
Μου λέει θα το γλιτώσω, το έμπασαν στο θάλαμο. Μου λέει τι σου χρωστάω;
Τι να του γυρέψω, όσα ήθελα μπορούσα, δε με είχε συμφωνήσει. Αλλά με μισό παπούτσι ήτανε.
Του λέω είσαι ευχαριστημένος να μου δώσεις πεντακόσιες δραχμές;
Βγάζει ένα πεντακοσάρικο, εκείνο είχε όλο κι όλο.
Τον είδα που δίσταζε.
― Τι είναι;
Μου αφήνεις, λέει, πενήντα δραχμές να πάρω τσιγάρα;
Ντρεπότανε.
― Και για ναύλα, να πάω εδώ στο Αιγάλεω, σ’ ένα συγγενή μου;
Του λέω δώσ’ μου τέσσερα κατοστάρικα.
Τι να του πω που ήταν με μισό παπούτσι.


Θανάσης Βαλτινός


(διήγημα από το βιβλίο του "Εθισμός στη νικοτίνη", Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2008)

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

Η λυερή τζ' ο χάρος





Που δύσην ως ανατολήν τζ' απού βορράν ως νότον
τζ' απού τα πέρατα της γης τον κόσμον προσκαλώ τον.
Δώστε μου λλίην ακρόασιν για να σας τραουδήσω
τζ' ούλλους σας μιάλους τζαι μιτσούς εννά σας κλαμουρίσω.
Μια λυερή μια όμορφη πάαιννεν στο περβόλιν
τζ' εσύναεν τραντάφυλλα τζ' έκαμνεν τα σερβόλιν.
Ο χάρος την αντάμωσεν στο δρόμον τζαι της λέει:
- Ώρα καλή σου λυερή τζαι κόρη παινεμένη.
- Καλώς τον τζαι τον χάρονταν στον μαύρον καβαλλάρην
που βρέθηκεν στην στράταν μου έννεν καλόν σημάιν.
- Τράβα το κόρη λυερή τ' αππάριν να ποδρώσει
στον λάκκον τράβα πότισ' το τζαι πρίχου να νυκτώσει.
- Εν μ' έμαθεν η μάνα μου κτηνά να βαϊλίζω
την προίκαν μου μερόνυχτα έσει με τζαι πλουμίζω.
- Έναν μαντήλιν κέντα μου στο στήθος μου ν' απλώσω
τζαι πόσα κάμν' ο κόπος σου εγιώ να σε πκιερώσω.
- Εν έχω χάροντα τζαιρόν μαντήλιν να κεντήσω
η μάνα μου με καρτερά έσσω μου να γυρίσω.
Τον πάτσον της τον έδωκεν πονεί την τζεφαλήν της
τζ' η μάνα μεσ' στα κλάματα της κόρης της λαλεί της:
- Κέντα του κόρη κέντα του πέρκιμον τζαι χορτάσει
βάρτου την μαυροθάλασσαν με το καραβοστάσιν.
Κέντα την γην με τα δεντρά, τον ουρανόν με τ' άστρη
τους κάμπους τζαι τους ποταμούς τα όρη τζαι τα δάση.
Τζαιρόν ο χάρος εν διά, στην μάναν του την παίρνει
λαλεί της: - Μάνα μου καλή, μάνα μου παινεμένη,
στρώννε τραπέζιν να δειπνά κρεββάτιν να τζοιμάται,
η λυερή που σούφερα τζ' εμέναν ν' αττυμάται.
- Γιέ μου, μεν παίρνεις όμορφες, γιέ μου τες νιές μεν παίρνεις
μεν παίρνεις τα μιτσιά μωρά τζαι μάνες φαρμακώννεις.
- Να μεν παίρνω τες όμορφες, τες νιες να τες λυπούμαι,
να μεν παίρνω μιτσιά μωρά, χάροντας εν λοούμαι.



Παραδοσιακό κυπριακό τραγούδι



Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Π.Υ.Υ. (=Προσωπική Υπηρεσία Ύδρευσης)




Η στάθμη του νερού μου ανεβαίνει.
Η ξηρασία απήλθε.

Τώρα το πάει για πνιγμό.

Ερασιτέχνης Άνθρωπος





Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013

Ο πλανήτης της απειρίας





Γεννιόμαστε μόνο μία φορά, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να ξαναρχίσουμε μιαν άλλη ζωή με την εμπειρία της προηγούμενης. Βγαίνουμε από την παιδική ηλικία δίχως να ξέρουμε τι είναι η νεότητα, παντρευόμαστε δίχως να ξέρουμε τι πάει να πει να είσαι παντρεμένος, ακόμα κι όταν μπαίνουμε στα γηρατειά, δεν ξέρουμε που πάμε: οι γέροι είναι παιδιά ανυποψίαστα για τα γηρατειά τους. Με την έννοια αυτή, η γη του ανθρώπου είναι ο πλανήτης της απειρίας. 


Μίλαν Κούντερα

(απόσπασμα από το βιβλίο του "Η τέχνη του μυθιστορήματος", 1988, Εστία)