Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλκίνοος Ιωαννίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλκίνοος Ιωαννίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Ιουλίου 2020

Το νερό των Σταγιατών


ΚΡΑΥΓΗ ΑΓΩΝΙΑΣ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΣΤΑΓΙΑΤΩΝ Θα αγωνιστούμε με κάθε τρόπο για ...

(...)
Κυλάει στις πέτρες και στο χώμα τρέχει, 
κορμούς ποτίζει και κορμάκια βρέχει 
κορίτσια, αγόρια, καρυδιές ελιές, πλατάνια 
και οξιές κορμούς ποτίζει και κορμάκια βρέχει.

Απ’ των αιώνων τη πηγή κατρακυλά 
δροσίζει το αύριο και το υπόσχεται ξανά 
μα εδώ και τώρα το νερό μέσα απ’ τη χούφτα σου θα πιω
ζωή να γίνει η ζωή σε μια γουλιά.
(...)

Αλκίνοος Ιωαννίδης





Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

Τεκνοποιία




Η τεκνοποιία πιθανόν φωτίζει προτερήματα και ελαττώματά μας. Ίσως και να σε αναγκάζει να ξαναδείς τον εαυτό σου, να παλέψεις τα στραβά σου, ώστε ούτε να τα μεταφέρεις στα παιδιά σου, ούτε και να τα βασανίσεις μ' αυτά. Δεν γίνεσαι όμως απαραίτητα καλύτερος ή σοφότερος κάνοντας παιδιά. Αν ήσουν βλάκας, συνήθως γίνεσαι ένας βλάκας με παιδιά. Αν ήσουν κακός, το ίδιο. Πιθανόν μερικές φορές να βγαίνεις από τον εγωισμό σου, έχοντας να φροντίσεις τις ανάγκες του παιδιού αντί για τις δικές σου, συχνά όμως άνθρωποι κάνουν παιδιά ακριβώς για λόγους εγωισμού, για την προσωπική τους ικανοποίηση και «ολοκλήρωση», όπως λένε. Για να διαιωνίσουν τα γονίδια, τις αντιλήψεις, τους φόβους τους. Για να εξουσιάσουν μέσα απ' την αγάπη τους. Κάποιοι κάνουν παιδιά για ν' αλλάξουν τον κόσμο, κάποιοι άλλοι για να τον κρατήσουν ίδιο. Υπάρχουν γονείς που δεν τεκνοποίησαν ποτέ. Υπήρξαν όμως τόσο δοτικοί, τρυφεροί, συμπονετικοί απέναντι στους άλλους, αγάπησαν, συγχώρεσαν, ελευθέρωσαν, στήριξαν χωρίς αντάλλαγμα τόσο, που δικαιούνται τον τίτλο επάξια. Το παιδί και η τέχνη είναι τα μόνα δώρα που σου δίνονται για να τους δοθείς. Κι αυτό δεν το μπορούμε όλοι ή τουλάχιστον όχι πάντα. Εγώ πότε τα ψιλοκαταφέρνω, πότε όχι. 



Αλκίνοος Ιωαννίδης


(απόσπασμα από συνέντευξη του στον Ελεύθερο Τύπο, 2009)




Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

Ο Νάκος φιγουρίνι




Πάσχα στο χωριό συγκέντρωση μετοίκων
(...)
Πόζα και λουστρίνι
(...)


Εδώ οι χωριανοί μου δεν βοηθάνε άλλον
Σκούριασαν τα χέρια, βρήκα άλλους τρόπους
Είπα να χαθώ το τέλος μου να βάλω
Λίγο ακόμα επάνω τρέλα μου σε φτάνω.


Νίκος Ζούδιαρης





(τραγούδι "Ζήνωνος", μουσική-στίχοι Νίκος Ζούδιαρης, ερμηνεία Αλκίνοος Ιωαννίδης, δίσκος "Στην αγορά του κόσμου", PolyGram, 1993)


Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

Με πλάθεις




(...)

Κι ήρθες στο τίποτα σαν φως
αρχάγγελος ταξιάρχης
και γκρέμισες τοίχους και αυλές

Ξεκλείδωτη όλη η Γη
φτάνει που υπάρχεις
και ρίχνεις το βλέμμα εδώ κι εκεί

Είμαι μια χούφτα γη

Στα χέρια σου με πλάθεις
και χτίζουμε μαζί τον άδειο κόσμο απ’ την αρχή



Αλκίνοος Ιωαννίδης

(απόσπασμα από το τραγούδι Μια χούφτα γη που ανήκει στον τελευταίο προσωπικό του δίσκο "Μικρή βαλίτσα", Cobalt Music, 2014)



Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

Η μέρα που θα 'ρθει




(...)

Η μέρα θα ‘ρθει
Κι αν έχω φύγει αυτή θα ‘ρθεί, τεράστια κι ήσυχη

Τότε –τώρα θα ‘ναι–
θα γονατίσει το θεριό
θα γύρει να λιαστεί ανάσκελο το σκότος
θ’ απαλλαγεί το μίσος απ’ το μίσος, η σφαίρα από τον στόχο
θα χαωθεί η τάξη της φρίκης
κι ο νόμος, ανάγκη της αποτυχίας μας, θα σβήσει

Θ’ ανοίξει το κελί, θ’ αλαφρύνει το πάτημα χωρίς την αλυσίδα
θα λιώσουν η σημαία και το σκήπτρο
θα γίνει το σπαθί νερό κι η δίψα παραμύθι

Κι αν είμαστε - κι αν είμαι λίγος κι υποτακτικός
μια μέρα, γιατί η μέρα θα ‘ρθει
κάποιοι, εμείς θα είναι
θα σταθούν
συνείδηση μες στα αίματα
να πουν σε όλους και σ’ εμάς, για όλους εμάς

Συγνώμη

Κι όταν μεγάλα τραγουδήσουν
το ασήμαντο νυχτερινό τραγούδι της σιωπής μας
θα φέξει επιτέλους το ξημέρωμα

μιας νέας τραγωδίας


Αλκίνοος Ιωαννίδης


(από τον δίσκο του "Μικρή Βαλίτσα" που μόλις κυκλοφόρησε από την Cobalt Music)








Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

Πάντα θα ξημερώνει




Αν έχεις δόντι του φονιά και γούστα ματωμένα
αν μαύρισες τον ουρανό και θες να φας και μένα

Μέσα στην καταιγίδα

Θα γίνω αγκάθι στο λαιμό σου, σκόνη μες στο μάτι
μέσα στο αυτί σου ψίθυρος και σύγκρυο στην πλάτη
στην σιγουριά σου αγκίδα

Πάντα θα ξημερώνει

Σκοτάδι αν είσαι αφέγγαρο, λεπίδι δίχως πόνο
δύναμη δίχως όνειρο,ταξίδι δίχως δρόμο
οργή χωρίς καθρέφτη

Θα γίνω μέρα που θα 'ρθει και άνοιξη στο λουλούδι
μες στο γκρεμό σου αντίλαλος και πιο βαθύ τραγούδι
στην μαχαιριά που πέφτει

Πάντα θα ξημερώνει

Τί είναι ζωή; Τί μη ζωή; Και τί το ανάμεσό τους;
Ένα φωσάκι αγέννητο μες στην καρδιά του σκότους

Πάντα θα ξημερώνει


Αλκίνοος Ιωαννίδης

(τραγούδι από το νέο του δίσκο " Μικρή Βαλίτσα" που θα κυκλοφορήσει στις 27 Οκτωβρίου)

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

Χρόνια πολλά!






Άξιζε να ζήσω να σε δω.



Αλκίνοος Ιωαννίδης






Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014

Άγιος Υάκινθος

Ὑακίνθῳ σήμερον...



Ο Άγιος Υάκινθος ξυπνάει τα μεσημέρια
Παίρνει την Κρήτη στα φτερά, τον έρωτα στα χέρια
Κατηφορίζει το βουνό, το μονοπάτι παίρνει
Κι ο ήλιος μόλις τον κοιτά χαμογελά και γέρνει

Ο Άγιος Υάκινθος ανοίγει παραθύρια
Σμίγει τα στήθια, τα κορμιά, και χτίζει τα γιοφύρια
Ν' αγαπηθούν οι άνθρωποι, να ομορφύνει ο κόσμος
Ν' ανθίσει ο βασιλικός, η ρίγανη, κι ο δυόσμος

Ο Άγιος Υάκινθος ξυπνάει στον Ψηλορείτη
Να 'ρχότανε να πέρναγε κι απ' το δικό σου σπίτι
Να σου 'φερνε, να σου 'λεγε τον άγιο έρωτά του
Να ξύπναγες απ'την αρχή, να 'ρχόσουνα κοντά του


Αλκίνοος Ιωαννίδης





Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

Πιο πολύ




Να μ' αγαπάς σαν ποταμός
που τρέχει στον γκρεμό,
στα βράχια του να τσακιστεί,
να γίνει καταρράκτης.

Όπως το ρέμα το βαθύ
που βράζει από θυμό
και να το πάψει δεν μπορεί
της μοίρας του ο φράχτης

Μα πιο πολύ να με μισείς
σαν φοβισμένο χέρι
που 'χει δικό του και κρατά
το δίκοπο μαχαίρι

Να μ' αγαπάς σαν δυνατή
κι αχόρταγη φωτιά,
που καίει κι ονειρεύεται
τα λαβωμένα δέντρα.

Σαν τον αέρα τον τρελό
που νύχτα τραγουδά,
που πολεμάει τα βουνά
και πελεκάει την πέτρα

Μα πιο πολύ να με μισείς
σαν αγριεμένο χέρι
που πια δε βρίσκει πουθενά
το δίκοπο μαχαίρι.


Δημήτρης Παπαχαραλάμπους



(η μουσική του παραπάνω τραγουδιού ανήκει στο Νίκο Παραουλάκη και η ερμηνεία του στον Αλκίνοο Ιωαννίδη)




Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Η Φόνισσα και ο Λουπαδόρος





Κάτω εἰς τό δάπεδον, τό ἱερόν δάπεδον τοῦ Ἀρχαίου Θεάτρου τῶν Φιλίππων, τοῦ εὑρισκομένου εἰς τό ἥμισυ τοῦ δρόμου, μεταξύ τῆς θείας Ἕλλης, τῆς ἐν Καβάλᾳ, καί τῆς ἐν Δράμᾳ ἑτέρας θείας μου Ἑλένης, θα κεῖται ἀπαστράπτουσα μηχανή τελευταίας τεχνολογίας, μέ πολλά κομβία καί ἀναβοσβηνούσας πολυχρώμους λυχνίας, ὀνόματι «Κυκλωτικός Σταθμός», ἀγγλιστί: «Λούπ Στέσιον». Τό μηχάνημα δέ τοῦτο τό ἐξαίσιον, ἐπί τό λαϊκότερον καί εἰς τήν χονδροειδῆ και συχνά κακόηχον γλῶσσαν τῶν μουσικῶν, τῶν ἀσώτων αὐτῶν γυρολόγων πού κατατρώγουσιν τό βιός αὐτῶν μέ τάς ἁπανταχοῦ Φρύνας και Λαΐδας, ὀνομάζεται "λουπαδόρος". Ἕκαστον τῶν ἐπί σκηνῆς εὑρισκομένων μουσικῶν ὀργάνων (ἠλεκτρική κιθάρα μάρκας Γίβσον, ἠλεκτρικόν βαθύχορδον μάρκας Φένδερ, ἠλεκτρονικά κύμβαλα μάρκας Κόργ, αὐλοί διαφορετικῶν μεγεθῶν, ξυλόφωνον, μεταλλόφωνον), θά συνδέηται μετά τοῦ λουπαδόρου διά πολυπλοκάμου καλωδίου, τοποθετημένου ἐπιμελῶς κατά τήν ἑσπέραν ὑπό τοῦ ἀρβανίτου εὐπατρίδου Βασιλείου Δρούγκα, ἠχολήπτου.

Καθ' ὅν χρόνον ἡ Μαρία Φαραντούρη θά ἀναγινώσκῃ στεντορίως καί μεγαλοπρεπῶς τά δύο τελευταῖα τῶν κεφαλαίων τῆς Φόνισσας, ὁ γράφων, ὁ ἐπιεικῶς μέτριος εἰς τήν ἀπόδοσιν ἑκάστου ὀργάνου, πλήν εὐτυχῶς δεινός εἰς τήν ἀπόκρυψιν τῶν ἀτελειῶν καί ἐλλείψεών του, θά ἐπιχειρήσῃ, ἐνῶ τά δάκτυλα θά ἐρεθίζουν τάς χορδάς, τά δέρματα, τά ξύλα καί τά μέταλλα, ὅπως οἱ πόδες αὐτοῦ, ἐν εἴδει παγανιστικοῦ χοροῦ ἤ πυροβασίας, πιέζωσιν ταυτοχρόνως τό πλῆθος τῶν κομβίων τοῦ δαιμονικοῦ προαναφερθέντος μηχανήματος, τό ὁποῖον θά ἠχογραφῇ καί θά ἀναπαράγῃ τάς μουσικάς αὐτοῦ φράσεις. Ἐάν δέ, παρ' ἐλπίδα, συναισθανθῇ τήν αὐτοῦ ἀνεπάρκειαν, θά ζητήσῃ τήν συνδρομήν καί ἑτέρων, πλέον κατηρτισμένων, καίτοι χαμηλότερον ἀμειβομένων μουσικῶν.

Ἐπί τῶν ἐπαναλήψεων τῶν μόλις ἠχογραφηθέντων ἤχων θά προστίθενται ἤ θά ἀφαιροῦνται κ' ἄλλοι. Ἡ ἀλληλοσυγχώνευσις τῶν χροιῶν, ἡ αὐξομείωσις τῶν ἐντάσεων, ἡ ἐναλλαγή τῶν ρυθμῶν, ἡ ἁρμονική ἀνάπτυξις, καθώς καί ἡ ἀπαραίτητος παρουσία τῶν ὤτων μας, ἐλπίζομεν ὃπως ἀνασύρωσιν τελικῶς τό μουσικόν ἔργον ἐκ τοῦ μή ὄντος εἰς τό εἶναι.

Βεβαίως, τό κείμενον τοῦ Σκιαθίτου γέροντος οὐδεμίαν ἀνάγκην μελοποιήσεως ἔχει, καθ' ὅτι μουσικότατον καθ' ἑαυτό. Πιθανόν, λοιπόν, ἡ ὅλη ὑπόθεσις νά ἀποτελῇ αὐθαιρεσίαν! Ἐρωτηθείς, βεβαίως, ὁ μουσικός διά τήν ἀνάγκην ὑπάρξεως τοῦ ἐν λόγῳ ἐγχειρήματος, θά ἠμποροῦσεν εὐκόλως νά ὑπεκφύγῃ, λέγων πώς ὁ ἐνθουσιασμός τοῦ ἔχοντος τήν ἰδέαν, Θεοδωρῆ Γκόνη, ἦτο τόσον ὁρμητικός, ὥστε συμπαρέσυρεν τόν ἂμοιρον τροβαδοῦρον, καί νά τόν συγχωρῆτε. Εἰς τήν περίπτωσιν ὃμως πού, μέ κίνδυνον νά ἀπογοητεύσῃ, ὁ λαοπρόβλητος βάρδος ἀποφασίσῃ ὃπως ἀπολογηθῇ εἰλικρινῶς, ἓν μόνον ἠμπορεῖ νά ἀπαντήσῃ: ὁ καλλιτέχνης, ὡς ἂλλος παπαδιαμαντικός Φιλάρετος, ἐνδιαφέρεται ἀποκλειστικῶς ἵνα εὐχαριστήσῃ τόν ἴδιον τον ἑαυτόν του καί δέν τόν μέλλει διά τούς ἂλλους. Ἡ (φεῦ! ἀβεβαία) συνέχεια τῆς λαμπρᾶς πορείας του, ἐξαρτᾶται εἰς μέγιστον βαθμόν ἀπό τό κέφι, καί τό κέφι εἶναι αὐθαίρετον πρᾶγμα. Τό διατί ὑμεῖς, εἰς ἐποχήν ἀνεχείας, ὅπου τήν πλιατσικολογίαν διαδέχεται ἡ φορολογία, πληρώνετε εἰσιτήριον ἵνα παρακολουθήσητε τήν διαδικασίαν, εἶναι ἰδικόν σας ζήτημα καί δέν μοῦ πέφτει λόγος.

Λαμβάνων ἀνά χείρας τό ἕν ὂργανον μετά τό ἂλλο, πατῶν ἐπί τοῦ πλήθους τῶν κομβίων καί ἀκούων προσεκτικῶς τήν σεβασμίαν, βαθύφωνον ἀναγνώστριαν, ὁ νοῦς μου ὁπωσδήποτε θά παλινδρομῇ εἰς τό ἥμισυ τοῦ δρόμου μεταξύ τῆς θείας ὡραιότητος τοῦ λόγου καί τῆς ἀπευκταίας, καίτοι οὐδόλως ἀμυδρᾶς, πιθανότητος τό ὅλον ἐγχείρημα νά ἀποβῇ καταστροφικόν.


Μετά τιμῆς,
Ἀλκίνοος Ἰωαννίδης



Στο βίντεο που ακολουθεί ο Αλκίνοος Ιωαννίδης παρουσιάζει στο Loop Festival της Λευκωσίας τη μουσική που έγραψε πάνω στα δύο τελευταία κεφάλαια της «Φόνισσας» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Το εγχείρημα αυτό πρωτοπαρουσιάστηκε με την Μαρία Φαραντούρη στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, το καλοκαίρι του 2011, με αφορμή τα 100 χρόνια από το θάνατο του λογοτέχνη. Για αυτήν την συναυλία γράφτηκε και το πιο πάνω κείμενο. Στο Loop Festival, το κείμενο διάβασε η ηθοποιός και τραγουδίστρια Στέλλα Φυρογένη. 

Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Πατρίδα






Λοιπόν,
αγρίεψε ο κόσμος σαν καζάνι που βράζει
σαν το αίμα που στάζει, σαν ιδρώτας θολός
πότε-πότε γελάμε, πότε κάνουμε χάζι
και στα γέλια μας μοιάζει να γλυκαίνει ο καιρός

Μα όταν κοιτάζω τις νύχτες τις ειδήσεις να τρέχουν
ξέρω ότι δεν έχουν νέα για να μου πουν
Ήμουν εγώ στη φωτιά, ήμουν εγώ η φωτιά
Είδα το τέλος με τα μάτια ανοιχτά

Είδα τον πόλεμο φάτσα, τη φυλή και τη ράτσα
προδομένη από μέσα, απ' τους πιο πατριώτες,
να 'χουν τη μάνα μου αιχμάλωτη με τ' όπλο στο στόμα
τα παιδιά τους στολίζουν σήμερα στη βουλή

Κάτω από ένα τραπέζι –το θυμάμαι σαν τώρα-
με μια κούπα σταφύλι στου βομβαρδισμού την ώρα
είδα αλεξίπτωτα χίλια στον ουρανό σαν λεκέδες
μου μιλούσε ο πατέρας μου να μη φοβηθώ

«Κοίταξε, τι ωραία που πέφτουν!
Τι ωραία που πέφτουν...»

Είδα γονείς ορφανούς, ο ένας παππούς απ' τη Σμύρνη
στη Δράμα πρόσφυγας πήγε να 'βρει βουλγάρικη σφαίρα
κι ο άλλος, Κύπριος φυγάς στο μαύρο τότε Λονδίνο
στα εικοσιεπτά του στα δύο τον κοψανε οι Ναζί

Είδα μισή Λευκωσία, βουλιαγμένη Σερβία
στο Βελιγράδι ένα φάντασμα σ' άδειο ξενοδοχείο
Αμερικάνικες βόμβες και εγώ να κοιμάμαι
αύριο θα τραγουδάμε στης πλατείας τη γιορτή

Είδα κομμάτια το κρέας μες στα μπάζα μιας πόλης
είδα τα χέρια, τα πόδια πεταμένα στη γη
είδα να τρέχουν στο δρόμο με τα παιδιά τους στον ώμο
κι εγώ τουρίστας με βίντεο και φωτογραφική

Εδώ στην άσχημη πόλη, που απ' την ανάγκη κρατιέται
Ένας λαός ρημαγμένος μετάλλια ντόπας ζητάει
Ολυμπιάδες κι η χώρα ένα γραφείο τελετών
θα σου ζητήσω συγγνώμη που σε μεγάλωσα εδώ

Τους είχα δει να γελάνε οι μπάτσοι κι απ' την Ομόνοια
να πετάν δακρυγόνα στο πυροσβεστικό.
Στο παράθυρο-εικόνισμα, άνθρωποι σαν λαμπάδες
και τα κανάλια αλλού να γυρνούν το φακό

Και είδα ξεριζωμένους να περνούν τη Γραμμή
για μια πόρνη φτηνή ή για καζίνο και πούρα
Έτσι κι αλλιώς μπερδεμένη η πίστη μας η καημένη,
ο Σολωμός με Armani και την καρδιά ανοιχτή

Δεν θέλω ο εαυτός μου να 'ναι τόπος δικός μου
ξέρω πως όλα αν μου μοιάζαν θα 'ταν αγέννητη η γη
δε με τρομάζει το τέρας ούτε κι ο άγγελός μου
ούτε το τέλος του κόσμου, με τρομάζεις εσύ

Με τρομάζεις ακόμα οπαδέ της ομάδας,
του κόμματος σκύλε, της οργάνωσης μάγκα,
διερμηνέα του Θεού, ρασοφόρε γκουρού,
τσολιαδάκι φτιαγμένο, προσκοπάκι χαμένο,
Προσεύχεσαι και σκοτώνεις, τραυλίζεις ύμνους οργής,
έχεις πατρίδα το φόβο, γυρεύεις να 'βρεις γονείς,
μισείς τον μέσα σου ξένο κι όχι, δεν καταλαβαίνω,
δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω.



Αλκίνοος Ιωαννίδης


(τραγούδι από το δίσκο του "Νεροποντή", 2009, Universal Music)






Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Απόψε







(...)

Σε θέλω πολύ
απόψε που όλα μικραίνουν κι οι ώρες πεθαίνουν
κοιτάζω το χρόνο να λιώνει

Να 'ρθεις να με βρεις
γιατί όλα σε θέλουν, σε θέλει κι η νύχτα
σα μέρα που λάμπει
και σπέρνει τον κόσμο ξανά

Να 'ρθεις να με βρεις
γιατί δεν αντέχω ακόμα μιαν ώρα
Χαρά δε ζητώ κι ούτε λύπη αντέχω
εσένα αν δεν έχω εδώ

Το εδώ πουθενά
το τώρα ποτέ αν δεν έρθεις
Κι η θάλασσα πλάνη
τα γέλια μας λάθος
κι οι φίλοι δεν ήταν
κι οι δρόμοι στο τίποτα
απόψε αν δεν έρθεις εδώ

Να 'ρθεις!




Αλκίνοος Ιωαννίδης

(από τον δίσκο του "Νεροποντή", Mercury Universal, 2009)








Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2013

Η λυερή τζ' ο χάρος





Που δύσην ως ανατολήν τζ' απού βορράν ως νότον
τζ' απού τα πέρατα της γης τον κόσμον προσκαλώ τον.
Δώστε μου λλίην ακρόασιν για να σας τραουδήσω
τζ' ούλλους σας μιάλους τζαι μιτσούς εννά σας κλαμουρίσω.
Μια λυερή μια όμορφη πάαιννεν στο περβόλιν
τζ' εσύναεν τραντάφυλλα τζ' έκαμνεν τα σερβόλιν.
Ο χάρος την αντάμωσεν στο δρόμον τζαι της λέει:
- Ώρα καλή σου λυερή τζαι κόρη παινεμένη.
- Καλώς τον τζαι τον χάρονταν στον μαύρον καβαλλάρην
που βρέθηκεν στην στράταν μου έννεν καλόν σημάιν.
- Τράβα το κόρη λυερή τ' αππάριν να ποδρώσει
στον λάκκον τράβα πότισ' το τζαι πρίχου να νυκτώσει.
- Εν μ' έμαθεν η μάνα μου κτηνά να βαϊλίζω
την προίκαν μου μερόνυχτα έσει με τζαι πλουμίζω.
- Έναν μαντήλιν κέντα μου στο στήθος μου ν' απλώσω
τζαι πόσα κάμν' ο κόπος σου εγιώ να σε πκιερώσω.
- Εν έχω χάροντα τζαιρόν μαντήλιν να κεντήσω
η μάνα μου με καρτερά έσσω μου να γυρίσω.
Τον πάτσον της τον έδωκεν πονεί την τζεφαλήν της
τζ' η μάνα μεσ' στα κλάματα της κόρης της λαλεί της:
- Κέντα του κόρη κέντα του πέρκιμον τζαι χορτάσει
βάρτου την μαυροθάλασσαν με το καραβοστάσιν.
Κέντα την γην με τα δεντρά, τον ουρανόν με τ' άστρη
τους κάμπους τζαι τους ποταμούς τα όρη τζαι τα δάση.
Τζαιρόν ο χάρος εν διά, στην μάναν του την παίρνει
λαλεί της: - Μάνα μου καλή, μάνα μου παινεμένη,
στρώννε τραπέζιν να δειπνά κρεββάτιν να τζοιμάται,
η λυερή που σούφερα τζ' εμέναν ν' αττυμάται.
- Γιέ μου, μεν παίρνεις όμορφες, γιέ μου τες νιές μεν παίρνεις
μεν παίρνεις τα μιτσιά μωρά τζαι μάνες φαρμακώννεις.
- Να μεν παίρνω τες όμορφες, τες νιες να τες λυπούμαι,
να μεν παίρνω μιτσιά μωρά, χάροντας εν λοούμαι.



Παραδοσιακό κυπριακό τραγούδι



Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

Ανυπεράσπιστος άγγελος

Στην Βικτώρια που της αρέσει



....Μια μέρα ήρθε στο χωριό
άγγελος πληγωμένος.
Τον φέρανε σε ένα κλουβί
κι έκοβε εισιτήριο ο κόσμος αγριεμένος,
την ομορφιά του για να δει.

Κι ένα παιδί σαν δάκρυ ωραίο αγγελούδι,
ένα παιδί
Ένα παιδί του ζήτησε να πει ένα τραγούδι,
ένα παιδί

Κι είπε αν θέλεις να σωθείς
από την ομορφιά σου,
πάρε τσεκούρι και σπαθί
και κόψε τα φτερά σου.

Κι είπε ποτέ σου μην κοιτάς
τον άλλο μες τα μάτια,
γιατί καθρέφτης γίνεσαι
κι όλοι σε σπαν’ κομμάτια.




Αλκίνοος Ιωαννίδης

(από τον δίσκο του "Ο δρόμος, ο χρόνος και ο πόνος" PolyGram 1997)




...Καμία ομιλία εδώ
χίαρ

να υπερασπιστεί

ορφανή από νόημα
το αμετάδοτο άγγιγμα του αγγέλου

ανεπάγγελτος άγγελος


Σταύρος Σταυρόπουλος

(ποίημα από το βιβλίου του Μετά, Απόπειρα, 2012)