Η τεκνοποιία πιθανόν φωτίζει προτερήματα και ελαττώματά μας. Ίσως και να σε αναγκάζει να ξαναδείς τον εαυτό σου, να παλέψεις τα στραβά σου, ώστε ούτε να τα μεταφέρεις στα παιδιά σου, ούτε και να τα βασανίσεις μ' αυτά. Δεν γίνεσαι όμως απαραίτητα καλύτερος ή σοφότερος κάνοντας παιδιά. Αν ήσουν βλάκας, συνήθως γίνεσαι ένας βλάκας με παιδιά. Αν ήσουν κακός, το ίδιο. Πιθανόν μερικές φορές να βγαίνεις από τον εγωισμό σου, έχοντας να φροντίσεις τις ανάγκες του παιδιού αντί για τις δικές σου, συχνά όμως άνθρωποι κάνουν παιδιά ακριβώς για λόγους εγωισμού, για την προσωπική τους ικανοποίηση και «ολοκλήρωση», όπως λένε. Για να διαιωνίσουν τα γονίδια, τις αντιλήψεις, τους φόβους τους. Για να εξουσιάσουν μέσα απ' την αγάπη τους. Κάποιοι κάνουν παιδιά για ν' αλλάξουν τον κόσμο, κάποιοι άλλοι για να τον κρατήσουν ίδιο. Υπάρχουν γονείς που δεν τεκνοποίησαν ποτέ. Υπήρξαν όμως τόσο δοτικοί, τρυφεροί, συμπονετικοί απέναντι στους άλλους, αγάπησαν, συγχώρεσαν, ελευθέρωσαν, στήριξαν χωρίς αντάλλαγμα τόσο, που δικαιούνται τον τίτλο επάξια. Το παιδί και η τέχνη είναι τα μόνα δώρα που σου δίνονται για να τους δοθείς. Κι αυτό δεν το μπορούμε όλοι ή τουλάχιστον όχι πάντα. Εγώ πότε τα ψιλοκαταφέρνω, πότε όχι.
Αλκίνοος Ιωαννίδης
(απόσπασμα από συνέντευξη του στον Ελεύθερο Τύπο, 2009)
(...) Η μέρα θα ‘ρθει Κι αν έχω φύγει αυτή θα ‘ρθεί, τεράστια κι ήσυχη
Τότε –τώρα θα ‘ναι– θα γονατίσει το θεριό θα γύρει να λιαστεί ανάσκελο το σκότος θ’ απαλλαγεί το μίσος απ’ το μίσος, η σφαίρα από τον στόχο θα χαωθεί η τάξη της φρίκης κι ο νόμος, ανάγκη της αποτυχίας μας, θα σβήσει
Θ’ ανοίξει το κελί, θ’ αλαφρύνει το πάτημα χωρίς την αλυσίδα θα λιώσουν η σημαία και το σκήπτρο θα γίνει το σπαθί νερό κι η δίψα παραμύθι
Κι αν είμαστε - κι αν είμαι λίγος κι υποτακτικός μια μέρα, γιατί η μέρα θα ‘ρθει κάποιοι, εμείς θα είναι θα σταθούν συνείδηση μες στα αίματα να πουν σε όλους και σ’ εμάς, για όλους εμάς
Συγνώμη
Κι όταν μεγάλα τραγουδήσουν το ασήμαντο νυχτερινό τραγούδι της σιωπής μας θα φέξει επιτέλους το ξημέρωμα
μιας νέας τραγωδίας
Αλκίνοος Ιωαννίδης (από τον δίσκο του "Μικρή Βαλίτσα" που μόλις κυκλοφόρησε από την Cobalt Music)
Ο Άγιος Υάκινθος ξυπνάει τα μεσημέρια Παίρνει την Κρήτη στα φτερά, τον έρωτα στα χέρια Κατηφορίζει το βουνό, το μονοπάτι παίρνει Κι ο ήλιος μόλις τον κοιτά χαμογελά και γέρνει
Ο Άγιος Υάκινθος ανοίγει παραθύρια Σμίγει τα στήθια, τα κορμιά, και χτίζει τα γιοφύρια Ν' αγαπηθούν οι άνθρωποι, να ομορφύνει ο κόσμος Ν' ανθίσει ο βασιλικός, η ρίγανη, κι ο δυόσμος
Ο Άγιος Υάκινθος ξυπνάει στον Ψηλορείτη Να 'ρχότανε να πέρναγε κι απ' το δικό σου σπίτι Να σου 'φερνε, να σου 'λεγε τον άγιο έρωτά του Να ξύπναγες απ'την αρχή, να 'ρχόσουνα κοντά του
Στο βίντεο που ακολουθεί ο Αλκίνοος Ιωαννίδης παρουσιάζειστο Loop Festival της Λευκωσίας τη μουσική που έγραψε πάνω στα δύο τελευταία κεφάλαια της «Φόνισσας» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Το εγχείρημα αυτό πρωτοπαρουσιάστηκε με την Μαρία Φαραντούρη στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων, το καλοκαίρι του 2011, με αφορμή τα 100 χρόνια από το θάνατο του λογοτέχνη. Για αυτήν την συναυλία γράφτηκε και το πιο πάνω κείμενο. Στο Loop Festival, το κείμενο διάβασε η ηθοποιός και τραγουδίστρια Στέλλα Φυρογένη.
Λοιπόν, αγρίεψε ο κόσμος σαν καζάνι που βράζει σαν το αίμα που στάζει, σαν ιδρώτας θολός πότε-πότε γελάμε, πότε κάνουμε χάζι και στα γέλια μας μοιάζει να γλυκαίνει ο καιρός
Μα όταν κοιτάζω τις νύχτες τις ειδήσεις να τρέχουν ξέρω ότι δεν έχουν νέα για να μου πουν Ήμουν εγώ στη φωτιά, ήμουν εγώ η φωτιά Είδα το τέλος με τα μάτια ανοιχτά
Είδα τον πόλεμο φάτσα, τη φυλή και τη ράτσα προδομένη από μέσα, απ' τους πιο πατριώτες, να 'χουν τη μάνα μου αιχμάλωτη με τ' όπλο στο στόμα τα παιδιά τους στολίζουν σήμερα στη βουλή
Κάτω από ένα τραπέζι –το θυμάμαι σαν τώρα- με μια κούπα σταφύλι στου βομβαρδισμού την ώρα είδα αλεξίπτωτα χίλια στον ουρανό σαν λεκέδες μου μιλούσε ο πατέρας μου να μη φοβηθώ
«Κοίταξε, τι ωραία που πέφτουν! Τι ωραία που πέφτουν...»
Είδα γονείς ορφανούς, ο ένας παππούς απ' τη Σμύρνη στη Δράμα πρόσφυγας πήγε να 'βρει βουλγάρικη σφαίρα κι ο άλλος, Κύπριος φυγάς στο μαύρο τότε Λονδίνο στα εικοσιεπτά του στα δύο τον κοψανε οι Ναζί
Είδα μισή Λευκωσία, βουλιαγμένη Σερβία στο Βελιγράδι ένα φάντασμα σ' άδειο ξενοδοχείο Αμερικάνικες βόμβες και εγώ να κοιμάμαι αύριο θα τραγουδάμε στης πλατείας τη γιορτή
Είδα κομμάτια το κρέας μες στα μπάζα μιας πόλης είδα τα χέρια, τα πόδια πεταμένα στη γη είδα να τρέχουν στο δρόμο με τα παιδιά τους στον ώμο κι εγώ τουρίστας με βίντεο και φωτογραφική
Εδώ στην άσχημη πόλη, που απ' την ανάγκη κρατιέται Ένας λαός ρημαγμένος μετάλλια ντόπας ζητάει Ολυμπιάδες κι η χώρα ένα γραφείο τελετών θα σου ζητήσω συγγνώμη που σε μεγάλωσα εδώ
Τους είχα δει να γελάνε οι μπάτσοι κι απ' την Ομόνοια να πετάν δακρυγόνα στο πυροσβεστικό. Στο παράθυρο-εικόνισμα, άνθρωποι σαν λαμπάδες και τα κανάλια αλλού να γυρνούν το φακό
Και είδα ξεριζωμένους να περνούν τη Γραμμή για μια πόρνη φτηνή ή για καζίνο και πούρα Έτσι κι αλλιώς μπερδεμένη η πίστη μας η καημένη, ο Σολωμός με Armani και την καρδιά ανοιχτή
Δεν θέλω ο εαυτός μου να 'ναι τόπος δικός μου ξέρω πως όλα αν μου μοιάζαν θα 'ταν αγέννητη η γη δε με τρομάζει το τέρας ούτε κι ο άγγελός μου ούτε το τέλος του κόσμου, με τρομάζεις εσύ
Με τρομάζεις ακόμα οπαδέ της ομάδας, του κόμματος σκύλε, της οργάνωσης μάγκα, διερμηνέα του Θεού, ρασοφόρε γκουρού, τσολιαδάκι φτιαγμένο, προσκοπάκι χαμένο, Προσεύχεσαι και σκοτώνεις, τραυλίζεις ύμνους οργής, έχεις πατρίδα το φόβο, γυρεύεις να 'βρεις γονείς, μισείς τον μέσα σου ξένο κι όχι, δεν καταλαβαίνω, δεν ξέρω πού πατώ και πού πηγαίνω.
Αλκίνοος Ιωαννίδης
(τραγούδι από το δίσκο του "Νεροποντή", 2009, Universal Music)
Που δύσην ως ανατολήν τζ' απού βορράν ως νότον τζ' απού τα πέρατα της γης τον κόσμον προσκαλώ τον. Δώστε μου λλίην ακρόασιν για να σας τραουδήσω τζ' ούλλους σας μιάλους τζαι μιτσούς εννά σας κλαμουρίσω. Μια λυερή μια όμορφη πάαιννεν στο περβόλιν τζ' εσύναεν τραντάφυλλα τζ' έκαμνεν τα σερβόλιν. Ο χάρος την αντάμωσεν στο δρόμον τζαι της λέει: - Ώρα καλή σου λυερή τζαι κόρη παινεμένη. - Καλώς τον τζαι τον χάρονταν στον μαύρον καβαλλάρην που βρέθηκεν στην στράταν μου έννεν καλόν σημάιν. - Τράβα το κόρη λυερή τ' αππάριν να ποδρώσει στον λάκκον τράβα πότισ' το τζαι πρίχου να νυκτώσει. - Εν μ' έμαθεν η μάνα μου κτηνά να βαϊλίζω την προίκαν μου μερόνυχτα έσει με τζαι πλουμίζω. - Έναν μαντήλιν κέντα μου στο στήθος μου ν' απλώσω τζαι πόσα κάμν' ο κόπος σου εγιώ να σε πκιερώσω. - Εν έχω χάροντα τζαιρόν μαντήλιν να κεντήσω η μάνα μου με καρτερά έσσω μου να γυρίσω. Τον πάτσον της τον έδωκεν πονεί την τζεφαλήν της τζ' η μάνα μεσ' στα κλάματα της κόρης της λαλεί της: - Κέντα του κόρη κέντα του πέρκιμον τζαι χορτάσει βάρτου την μαυροθάλασσαν με το καραβοστάσιν. Κέντα την γην με τα δεντρά, τον ουρανόν με τ' άστρη τους κάμπους τζαι τους ποταμούς τα όρη τζαι τα δάση. Τζαιρόν ο χάρος εν διά, στην μάναν του την παίρνει λαλεί της: - Μάνα μου καλή, μάνα μου παινεμένη, στρώννε τραπέζιν να δειπνά κρεββάτιν να τζοιμάται, η λυερή που σούφερα τζ' εμέναν ν' αττυμάται. - Γιέ μου, μεν παίρνεις όμορφες, γιέ μου τες νιές μεν παίρνεις μεν παίρνεις τα μιτσιά μωρά τζαι μάνες φαρμακώννεις. - Να μεν παίρνω τες όμορφες, τες νιες να τες λυπούμαι, να μεν παίρνω μιτσιά μωρά, χάροντας εν λοούμαι.