Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τα ερασιτεχνικά μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τα ερασιτεχνικά μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Ιουνίου 2021

Απελπισία





Άγγιξε -μόλις-
την σκέπη
και εκείνη έπεσε

Τι να ψάξει
τι να βρει

Τίποτα άλλο
δεν υπάρχει
εκτός απ' το α' ενικό.


Μ. Σ. 








Τρίτη 28 Ιουλίου 2020

Αγάπη για τον εαυτό

ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ-ΝΕΥΡΙΚΗ ΑΝΟΡΕΞΙΑ| ΟΙ ΔΥΟ ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ ...

Κήτος
Σε βλέπω
Τρως γλυκά
Έτσι εύκολα δεν έρχεται η γλύκα στη ζωή σου
Βόδι
Φαρδαίνεις και απλώνεσαι
Περισσότερο από τις δικαιολογίες σου
Ζώο αχόρταγο
Σου κάθεται βαριά η τύψη μετά τη σοκολάτα
Τρως, τρως και τρως
Να καλύψεις την αδειοσύνη σου
Ζάχαρη τόνους
Μετατρέπεις αυτόματα σε πίκρα
Ανόητη
Δεν κατάλαβες
Στυφή θα είναι πάντα η γλώσσα σου
Πικρή θα είναι η ψυχή σου
Το βράδυ θα πεις ψέματα
πως σ' αγαπάς
και πως εντάξει δεν έφαγες και τόσο
Υπόσχεση θα δώσεις το πρωί
Να κρατηθείς για σήμερα
Και πριν προλάβεις να χωνέψεις την -σχέση από την υπό-σχεση
κήτος και βόδι και ζώο αχόρταγο
και τρως, τρως και τρως και στυφάδα και πίκρα θα σου σερβίρεις
και άντε το βράδυ να πιστέψεις πως
σ' αγαπάς
και πως εντάξει δεν έφαγες και τόσο
απ' την αγάπη του εαυτού
έχω ανορεξία.




Μ. Σ. 



Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2019

Μνήμη βλέμματος


Αποτέλεσμα εικόνας για βλεμμα




Τόσα χρόνια
και δεν κατάλαβα
αν τότε
με κοίταξες
ή με πυροβόλησες.




Μ.Σ. 







Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

Δίλημμα






Κάθε μήνα
Αίμα ή παιδί;





Μ.Σ.



Τετάρτη 3 Απριλίου 2019

Μάτια




Θα 'ρθεις με τ' άλλα μάτια σου
Τα τόσα χρόνια φυλαγμένα σε απολήξεις νεανικών ονείρων
για των γηρατειών την ανάγκη είχες πει
Και θα μου ζητάς
γέλα όπως παλιά
Θα σου πω δε γίνεται
τα μάτια μου δεν βλέπουν πια
Τα 'χω κουράσει
απ' το χαμηλό φωτισμό της αποκωδικοποίησης των ονείρων σου
Τα 'χω κουράσει
Απ' το μισοσκόταδο της θλίψης μου
Μπήκαν χαλάσματα και μούχλες της αχρησιμοποίητης ευτυχίας
Σακούλες κρέμονται, υπερτροφία δακρύων
Βλέφαρα σμπαραλιασμένα απ' τις μπογιές της νιότης
Μην έρχεσαι άδικα με τα άλλα μάτια σου
Δεν τα βλέπω
Ούτε με τα παλιά, τα γνώριμα
Δεν μπορώ να τα δω
Μην έρχεσαι
Δεν σε βλέπω
Μην έρθεις
Δεν θέλω να σε δω




Μ.Σ.




Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2019

Είμαι εδώ




Ήμουν από πριν εδώ
Στο πρώτο μελανό κλάμα
Στη μπουκιά αεροπλανάκι
Στην κορνίζα του νηπιαγωγείου με τα αραιά δόντια
Στην πίεση απ' τα σιδεράκια
Στο λυσάρι που έβαζες-έβγαζες απ' το ράφι
Στη φωνή της μαμάς στο "Πρόσεχε" που έγινε γύψος και στο "έλα 11:30" που το 'κανες 3 το χάραμα
Στο πρόσωπο όλων των κοριτσιών σου
Στην τάβλα και στην καύλα του κρεβατιού
Στη μόνη στήλη του φωτός που μπαίνει απ' το παράθυρο
Στα στοιβαγμένα ρούχα του πατώματος
Στο ευπειθώς αναφέρω
Στο ξυπνητήρι στις 6:00 το πρωί
Στα 600 χιλιόμετρα μακριά
Στην κολόνια
Στο δέρμα
και στο αίμα σου.


Μ.Σ.




Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2018

Ζυγίσματα λέξεων


Αποτέλεσμα εικόνας για ζυγαρια



Μου είπες, σου είπα και τα συναφή
η λέξη σου μου έπεσε βαριά
η λέξη σου ελαφριά για την περίσταση.

Αν το έλεγες μ' άλλη σειρά
αν έβαζες τέλεια, κόμμα ή θαυμαστικό
αν ρώτησες ή διαπίστωσες
αν τα κεφάλαια σου είχαν τόνο θα ήξερα αν γέρνω ή γερνώ
αν δεν χρειαζόταν να μαντέψω τα κρυφά και αν τα υπονοούμενα δεν ήτανε και τόσο υπό
αν μπορούσα να μην κρίνω βάσει του εαυτού μου
αν είχα τον μίτο του μυαλού σου

Αν μίλαγες με τις λέξεις σου και
δεν τις άφηνες να βράζουν στο κεφάλι

Αν ήξερες ορθογραφία θα ήμουν βέβαιη τι εννοείς, μισό ή μισώ;
Αν έβαζες έστω ωμέγα στο αγαπώ
μπορεί και να 'ταν μεγαλύτερο.




Μ.Σ.





Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2018

Ιστορίες της δικής μας πόρτας


Αποτέλεσμα εικόνας για woman trying to sleep


Η κα. Δείνα βάζει τον εαυτό της για ύπνο στις 23:45. Θέλει να κοιμάται 8 ώρες για να κρατιέται φρέσκια. Ξαπλώνει και μονολογεί, μην σκέφτεσαι χρυσή μου τι σου πάν και δεν απάντησες, τι δεν αρνήθηκες και το έκανες, ποιες οι υποχρεώσεις για αύριο και ποιο το πιθανό σενάριο καταστροφολογίας. Ξυπνά μια φορά γιατί ο άντρας της γύρισε πλευρό, δεύτερη γιατί ένα μηχανάκι έδωσε τέρμα τα γκάζια, τρίτη γιατί ζεστάθηκε και τέταρτη γιατί έσφιγγε πολύ τα δόντια. Κάθε φορά επαναλαμβάνει το ίδιο νανούρισμα σκέψεων για να καταφέρει τελικά να αποκοιμηθεί. Το πρωί μπαίνει στο μπάνιο δίχως ν' ανάψει το φως, φτύνει λίγο αίμα και μετά τον εαυτό της. Ο πονοκέφαλος πρώτης τάξεως την συντροφεύει απ' την πρώτη στιγμή της μέρας, γιατί όπως ίσως να ξέρετε, αλλά αν δεν ξέρετε δεν καταλαβαίνετε, είναι πολύ δύσκολο 8 ώρες να προσπαθείς να κοιμηθείς για να μείνεις φρέσκια.



Μαρία Σταϊκοπούλου







Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2018

Ιστορίες της δικής μας πόρτας


Αποτέλεσμα εικόνας για νοικοκυρα σε απογνωση




Η κα. Τάδε, όπως της έμαθε η μαμά της, σκούπισε το πάτωμα, έτριψε τους αρμούς, έλαμψε τ' ασημικά, νίκησε τον τελευταίο κόκκο σκόνης με το πούπουλο και έπειτα έχωσε το κεφάλι της στον κουβά με το νερό του σφουγγαρίσματος. Ούρλιαξε μέχρι να της τελειώσει το οξυγόνο και να σκιστούν τα χείλια της στο πλάι, για άλλη μια φορά δίχως να την ακούσει κανείς.




Μαρία Σταϊκοπούλου





Παρασκευή 4 Μαΐου 2018

Μυρωδιά

 
    




Τί μυρίζει η ψυχή σου;




Ερασιτέχνης Άνθρωπος



Σάββατο 31 Μαρτίου 2018

Το σπίτι μου



Puerta corazón




Πού είναι το κλειδί
σ' αυτή την τσέπη ή στην άλλη
και αν το έχασα
και αν μου 'πεσε βαθιά στους υπονόμους
και αν το ξέχασα εκεί στο παγκάκι;
Η πόρτα δεν ανοίγει αλλιώς,
είναι ψηλά να σκαρφαλώσω
να φωνάξω δεν βοηθά
κι οι ξένοι θα λεν τί σκούζει η κακόμοιρη;
Πασπατεύω τις τσέπες σε γύρο δεύτερο,
αδειάζω την τσάντα
χαρτομάντιλα, λιποζάν, κάρτες, εικονίτσες, σημειώματα, στυλό
κατρακυλούν στον δρόμο
τα μαζεύουν όπως όπως τα αδέξια χέρια μου
και να που τελευταία στιγμή κάτι κουδουνίζει!
Σα να ξορκίζω το κακό
τινάζω ανάποδα ξανά την τσάντα
και να σου, πέφτει το κλειδί
μα όσο στο σπίτι πλησιάζω
η χαραμάδα της πόρτας ανοίγεται
και μήτε κλειδί, μήτε να φωνάξω,
μήτε με το χέρι να την αγγίζω για να σπρώξω,
ένα χαλί απλώνεται, το παράθυρο μου λέει καλώς όρισες
αυτό είναι σπίτι σου.



Μαρία Σταϊκοπούλου




Σάββατο 17 Φεβρουαρίου 2018

Εγώ στη θέση σου




Εγώ στη θέση σου
θα συνέλεγα τα ίχνη μου
με μικροσκόπιο
τσιμπιδάκι
ακροδάχτυλα
θα τα φύλαγα στο μπαουλάκι
με το μπορντώ βελούδο από μέσα
και λίγο λίγο θα με συνέθετα
ξέρεις πως πιστεύω στην Ανάσταση νεκρών
ε, Αναστάση;

Δεν θα έκανα
ηλεκτρική
και γενική
και διώξε τις σκόνες
και πέτα τα σκουπίδια
και βάλε χλωρίνη
και σαπουνάδες
και πλυντήριο
τίναξε τα καλύμματα
άλλαξε διαρρύθμιση
κρύψε τα αναμνηστικά
κάλυψε την απουσία μου

Εγώ στη θέση σου
θα σου 'λεγα
πονώ δεξιά
πονώ αριστερά
το μάτι μου δεν βλέπει φως
το αυτί μου δεν ακούει μελωδίες
λείπει όργανο ζωτικό και υπολειτουργώ
η ανάσα μου βάρυνε
η αφή μου ξεράθηκε
θα ρωτούσα ποιο το αντίδοτο
στην αρρώστια που με κρατά μακριά σου

Εγώ στη θέση σου
θα πηδούσα κύματα
θα άλλαζα σχήματα
να με κάνω όμορφη όπως πρώτα
θα έβαζα το τελικό μου κομμάτι
με φόβο μην διαλυθώ
και θα με φύσαγα
ν' αναστηθώ.
Εγώ στη θέση σου.




Ερασιτέχνης Άνθρωπος



Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

Αλλαγή




Τα φιλιά άλλαξαν χείλια και σπίτια οι καρδιές. 



Ερασιτέχνης Άνθρωπος



Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

Υπάκουος σκύλος





Αν θέλεις σκύλο πάρε εμένα
μου λες κάτσε και κάθομαι
σήκω και σηκώνομαι
φέρε εκείνο ή το άλλο και είμαι πίσω στο λεπτό
ένα κόκκαλο αν πετάξεις θα σου πω πως μ' αγαπάς
ένα "μπράβο καλό σκυλάκι" σε υπακούω μια ζωή
με ένα κιχ τεντώνω τ' αυτιά να σε φυλάξω απ' τον εχθρό
στα ψέματα κάνω πως κοιμάμαι
να μπερδεύω τους κλέφτες και τα παιδιά με τις πέτρες
σπιτάκι μην μου κάνεις, κουλουριάζομαι στο χώμα
πλένομαι μόνη μου και από ακαθαρσίες τίποτα
και προς Θεού ούτε γαβγίζω, ούτε δαγκώνω.


Ερασιτέχνης Άνθρωπος








Πέμπτη 4 Μαΐου 2017

Πέσαμε






Το πρωί ο πατέρας ανάβει τσιγάρο
Καίει ο,τι όνειρα είδε και φοβήθηκε 
Δεν το λέει σε κανέναν 
Μόνο πίνει, πίνει μέχρι να πνίγουν 
Μετά βάζει το τσιγάρο μπρος απ' το στόμα του και 
Φυσά να πάρει φωτιά ο,τι απέμεινε από τα πτώματα 
Όμως μετά πάλι πίνει 
Πίνει επειδή έπεσε 
Πίνει επειδή έπεσα 
Πίνει επειδή πέσαμε 
Πίνει επειδή έπεσες και εσύ 
Πίνει επειδή έπεσαν και αυτοί 
Πίνει επειδή όλοι μας δυστυχώς κάπως πέσαμε 
Μέσα στη λίμνη του αλκοόλ του κ' έπειτα
μας καίει με το τσιγάρο που ανάβει το πρωί 
αφού είδε όνειρα και φοβήθηκε πολύ.



Ερασιτέχνης Άνθρωπος




Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

Η σύλληψη

                    
                                Αποτέλεσμα εικόνας για ραφτρα



Δεν τα πίστευε αυτή τα μαχαίρια και τα ψαλίδια. Σιγά μην περίμενε να της πει το μαχαίρι ότι θα κάνει αγόρι ή το ψαλίδι κορίτσι. Αυτή θα έκανε αγόρι. Έπρεπε κάποιος να κάνει την αρχή και να γίνουν και τα αρσενικά, άνθρωποι. Το επιβεβαίωσε όταν ένιωσε τις κλωτσιές, τις καούρες και την καρδιά του. Σαν άλογο έκανε καθώς ο αναβάτης το χτυπάει με το μαστίγιο. Δεν είπε στον άντρα της για το μωρό, μέχρι που άρχισε να φαίνεται η κοιλιά της. Ούτε τότε θα το έλεγε, αλλά φοβήθηκε την κακιά την ώρα και μήπως χρειαστεί να πέσει στην ανάγκη του. Δεν θα το καταλάβαινε από μόνος του. Άλλωστε όλη μέρα ο καθένας στις δουλειές του –καθόλου τυχαίο από μεριά της- αυτός στα καλάθια του, αυτή στις ραπτομηχανές της. Ούτε το ίδιο κρεβάτι δεν μοιράστηκαν ποτέ. Και τώρα που έκανε τη θυσία για να πιάσει τον γιο της, φρόντισε να φάει πολύ σκόρδο, να μην την φιλάει, απλώς να γίνει γρήγορα η δουλειά και να ξεμπερδεύει. Έπειτα πήγε, πάνω, στο δωμάτιό της, ξάπλωσε με σηκωμένα τα πόδια της και περίμενε να γίνει το φύτεμα. Το ίδιο έκανε και τις επόμενες τρεις μέρες. Την τέταρτη, που ήρθε αυτός να της το ζητήσει -γλυκάθηκε βλέπεις ο χωριάταρος- βρήκε την πόρτα της αμπαρωμένη και όταν της χτύπησε, τον στόλισε με «γλυκόλογα». 
    Σε κανέναν άλλον δεν το ‘πε και μέχρι που ήρθε η ώρα να γεννήσει καμιά από τις κυράδες που τις έραβε ταγέρ δεν το μυρίστηκε. «Τέτοια χρυσοχέρα είσαι, για σένα τίποτα δεν κάνεις», της έλεγε η μία, «τα τσουβάλια που έχουμε το σιτάρι για τις κότες, καλύτερα είναι», της έλεγε η άλλη, αυτή όμως σταθερή, το ίδιο μαύρο φαρδύ φόρεμα με τις τσέπες που χωρούσαν μέχρι και ένα πεπόνι έκαστη, φορούσε πάντα, απλώς το καλοκαίρι σήκωνε τα μανίκια. Στα γόνατα και τους αγκώνες, όταν έπεφτε το φως, επέτρεπε να διαγραφεί λίγο η σάρκα της, αλλά οι μαύρες ελαστικές κάλτσες εμπόδιζαν τις περαιτέρω αποκαλύψεις. «Φτάνει πια που το φοράς, σε λίγο τα γόνατά σου έξω θα βγουν», της είπε πριν κάποιες μέρες μία, για να λάβει την απάντηση «για γονάτιζε εσύ όλη μέρα, να  καρφιτσώνεις στριφώματα σε κυράτσες και θα σου πω εγώ για γόνατα και σκισίματα». Δεν συνέχισε όμως, θα ανέβαζε πίεση και φοβήθηκε μην της σπάσουν τα νερά. Έσφιξε μια καρφίτσα ανάμεσα στα δόντια της, τάχα να την έχει έτοιμη για το επόμενο σημάδι και όταν ήρθε η ώρα του, πως έτυχε να την μπήξει πιο βαθιά και να κάνει την πελάτισσά της να τιναχθεί από το απρόσμενο τσίμπημα, προσποιήθηκε πως δεν το κατάλαβε. 
    Οι μέρες κόντευαν. Τα πόδια της ζορίζονταν να σηκώσουν τα παραπάνω κιλά. Ενενήντα είχε ήδη από πριν, βάλε και το 1,80 ύψος, η κατάσταση ήταν απελπιστική. Δεν διαμαρτυρόταν όμως, θα έκανε απευθείας παλίκαρο! Αυτό σκεφτόταν και έπαιρνε δύναμη. Κάλεσε τη μαμή. Εκείνη της είπε πως το μωρό της γύρισε και πως είναι έτοιμο. Ζέσταναν το καζάνι με το νερό, ταίριαξαν τις πετσέτες, τα σεντόνια και απολύμαναν το ψαλίδι. Ο άντρας της έλειπε. Πήγε να πουλήσει τα καλάθια του σ’ ένα χωριό, δυο μέρες δρόμος. Καλύτερα, σκέφτηκε, μακριά να είναι ο γρουσούζης. «Ήρθε το κάρο να με πάρει. Πρέπει να πάω στο δίπλα χωριό. Η κόρη του προέδρου θα κάνει δίδυμα. Μόλις με χρειαστείς στείλε τον Παναγιωτάκη με το ποδήλατο και σε είκοσι λεπτά θα είμαι εδώ», την ορμήνευσε η μαμή. Ήδη ένιωθε να υγραίνονται οι κάλτσες της, αλλά δεν έβγαλε μιλιά, μόνο της έγνεψε κάτι σα ναι και μόλις απομακρύνθηκε η μαμή έβγαλε μια στριγκλιά. Έπιασε το ψαλίδι με μια καθαρή πετσέτα, έβγαλε το φόρεμά της, όχι τις κάλτσες, έφερε τις πετσέτες πλάι της και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Στην τρίτη σπρωξιά της, βγες του φώναξε, και αμέσως ακούστηκε το κλάμα του. «Έτσι γιε μου, θα με ακούς, πάντα» του είπε, ενόσω έκοβε τον ομφάλιο λώρο. Τον έπλυνε, σχολαστικά, έφτυσε στα γεννητικά του όργανα και αφού τον σήκωσε ψηλά και τον καμάρωσε, τον σκούπισε και του τα φίλησε. Ήταν πια σίγουρη πως άξιζε το όνομα που είχε από την πρώτη στιγμή σκεφτεί. Αυτό, της άγνωστης και πραγματικής μάνας της κι ας νόμιζαν όλοι πως έβαλε του πεθερού της. «Να ’τος ο γιος μου, ο παλίκαρός μου, ο Δημητρός μου». 




Ερασιτέχνης Άνθρωπος



Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016

Τρεις άνθρωποι




Η κυρία μαζεύει τα καρύδια. Κρέμεται από το μπαλκόνι να τα φτάσει. Τα θέλει όλα για γλυκό. Πέφτει. Στο αίμα της ζωγραφίζει η εγγονή της μια καρδιά.

Ο νέος μπαίνει στο αυτοκίνητο. Πάει στη μαμά του. Βιάζεται να την προλάβει πριν ξυπνήσει. Πατάει το γκάζι, τον δρόμο το νόμιζε ίσιο. Καρφώνεται στο σπίτι του. Η μαμά του ξύπνησε. Αυτός κοιμάται για πάντα.

Ο άντρας λέει πως στηρίζεται στα πόδια του. Θάβει τη μάνα του. Σήμερα στη δουλειά το δεξί του πόδι κουτσαίνει.





Ερασιτέχνης Άνθρωπος







Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

Δημητρός




Όταν περπατάει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις συμβαίνει αυτό, έχει το άσπρο του φορτηγάκι που τον πάει παντού, το αριστερό του πόδι κάνει περισσότερο θόρυβο. Ο πάτος απ’ το παπούτσι του είναι σχεδόν ξεκολλημένος και το σέρνει να μη φανεί. Στο παντελόνι, φαίνονται τα σχήματα  του κινητού, των κερμάτων, των τσιγάρων, ήταν δεν ήταν στις τσέπες του. Ξεθωριασμένο το χρώμα του παντελονιού και στον κώλο, κάθεται μες τις ώρες στο μπακάλικό του και ας μην πατά πια ψυχή και πίσω από το γόνατο, το δεξί βεβαίως, εκεί που λυγίζει το πόδι. Η ζώνη κάτω από την κοιλιά καθόλου δεν εμποδίζει το πουκάμισο να βγει από τη μέση του και οι αγκώνες έχουν φαγωμένα μπαλώματα τόσο που δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν ήταν έτσι από την αγορά του ή αν τα έραψε κάποια από τις τρεις και πλέον γυναίκες του. Μέσα σε δέκα χρόνια εξάντλησε τους τρεις επιτρεπόμενους ορθόδοξους γάμους, ακολούθησαν συγκατοικήσεις χωρίς τέτοιου είδους επισημότητες αλλά και οι αντίστοιχοι χωρισμοί. «Κι άλλες πάτε και πάρτε τον. Για ζήστε μαζί του να δείτε και σεις τι εστί Δημητρός», έλεγε η πρώτη του γυναίκα όταν οι γειτόνισσές της την σφύριξαν πως σπίτωσε άλλην. Όλες έζησαν στο σπίτι του, το πατρικό της μάνας του, στης οποίας το δωμάτιο καμιά δεν άφηνε να μπει, έστω να ανοίξει το παντζούρι. Μόνο αυτός. 
   Το μπακάλικο ρήμαζε από τότε που έφυγε και η τελευταία, πέντε χρόνια τώρα. Ψωμιά, γάλατα και τσιγάρα έφερνε, όσα θεωρούσε αναγκαία γι’ αυτόν. Κάτι γιαγιάδες που δε μπορούσαν να περπατήσουν μέχρι την πλατεία ήταν οι μόνες πελάτισσες και επειδή δεν καλοέβλεπαν τις πάσαρε και κανένα ληγμένο γάλα. Δωσ’ του και έκαναν ρυζόγαλο για να μην το πετάξουν και από καμιά φορά, η γιαγιά απέναντι που ήταν σαν θειά του, του πήγαινε και από κανένα αχνιστό πιάτο με μπόλικη κανέλα. «Αχ Δημητρό, στην σύνταξη κοντεύεις να βγεις και ποια η προκοπή σου;». Δεν την απαντούσε πια. Είχαν πει τα ίδια και τα ίδια άπειρες φορές. «Δεν άφησες  γυναίκα να στεριώσει στο σπιτικό σου ή ένα παιδί, αφιλότιμε, φοβήθηκες να κάνεις να το 'χεις συντροφιά, να σε γηροκομήσει. Ποιος θα γυρίσει να σε δει νομίζεις, εγώ;», ήταν η συνέχεια της ίδιας «κασέτας» που έπαιζε για χρόνια. Παιδί, λέει, τι παιδί; Και αν δεν έβγαινε κορίτσι να του δώσει το όνομα της μάνας του, τι να το κάνει; Να έβγαινε κανένα αγόρι και να έπρεπε να ακούει μια ζωή το όνομα του αναθεματισμένου πατέρα του. Θεός να φυλάξει! Καλά έκανε ο ακατανόμαστος και τους άφησε χρόνους νωρίς, αν και ήταν κάπως ξαφνικά, όλοι το είπαν στο χωριό, και καλά έκανε και αυτός που δεν έκανε παιδιά, γιατί άλλωστε καμιά τους δεν θα μπορούσε να του κάνει κόρη σαν τη μάνα του. 
   Πήρε τον δρόμο χωρίς το φορτηγάκι του. Δεν ήθελε να ταράξει με τη τρύπια του εξάτμιση την ησυχία της κυρά Μέλπως, όχι βέβαια ότι μπορούσε να την αναστατώσει, αφού ξαπλωμένη στο νεκροκρέβατό της ήταν, αλλά να, θυμόταν τα λόγια της μάνας του που του έλεγε «ο νεκρός θέλει ησυχία, γιατί αλλιώς θα σηκωθεί και θα σε πάρει μαζί του». Φοβόταν, δεν γινόταν να το αρνηθεί, από χρονιάρικο τον κουβαλούσε μαζί της όπου και αν πήγαινε, μα οι αγαπημένες του στιγμές ήταν στις κηδείες, όταν πήγαιναν στο σπίτι να κλάψουν το νεκρό. Καθόταν κολλητά στη μαμά του, τότε τα σπίτια ήταν στενόχωρα, με σταυρωμένα τα χέρια, μα δεν τον πείραζε καθόλου, ούτε το ότι ήταν το μόνο παιδί, ούτε ότι έκλαιγαν, ούτε το στρίμωγμα, αντιθέτως, γιατί μπορούσε να είναι τόσο κοντά της, να την μυρίζει, να την αγγίζει, να ακουμπά το κεφάλι του στο μπράτσο της, τάχα ότι συμπονά και αυτός ή ότι βαριέται. Κάποιες φορές κουνιόταν ελαφρά μπρος πίσω για να μοιάζει με χάιδεμα η μεταξύ τους επαφή. Ο Δημητρός από τότε, τι κι αν έθαψε τη μάνα του, πήγαινε σε όλες τις κηδείες με την πρόφαση πως είχε μπακάλικο, ήταν επιχειρηματίας και έπρεπε να έχει με όλους καλές σχέσεις, καθόταν πλάι σε κάποια γιαγιά και έβαζε τα χέρια στα μάτια του και έκλαιγε, όχι για το άρτι αποθανόντα, αλλά για τη μάνα του και μόνο για αυτήν.



Ερασιτέχνης Άνθρωπος



Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2016

Η ταφή που δεν έγινε





Πέθανε κι άλλος φίλος.
Αναπάντεχα. Ούτε προετοιμασίες. Ούτε αποχαιρετισμοί
Να έτσι ξαφνικά, φύτρωσαν τα γιασεμιά στα μάτια του.
Δεν άντεξε στις τόσες μετακινήσεις, στις τόσες αλλαγές.
Κι ένα πρωινό ανοίγοντας το παράθυρο, τον χτύπησε
ο ήλιος κατά πρόσωπο και έμεινε κρεμασμένος στο περβάζι.
Η αλυσσιδίτσα στο λαιμό του, γυάλισε για τελευταία φορά
απεγνωσμένα στο φως.
Το σώμα του μένει ακόμα κει
ξεχασμένη σημαία μεγάλης ήττας! – Εσύ μικρή εταίρα γιατί κλαις;
Για τον θάνατό μας εργάζονται άλλοι.



Γιάννης Κοντός




Όποιος φεύγει, για τον άλλον κόσμο ή για αυτόν, αλλά κάπου αλλού, μακριά, να παίρνει μαζί του και τα πράγματά του. Τί είμαστε εμείς, οι και καλά τυχεροί που μείναμε πίσω, δούλοι αναμνήσεων; Να τα μαζεύουμε και από το κλάμα να μουσκεύουν; Μουχλιάζουν κύριοι έτσι τα ρούχα και βρωμάνε, όπως τα σώματά σας τα πεθαμένα. Και άλλωστε, να τα κάνουμε τι; Θα τα φορέσει σάμπως κανένας; Δεν μας σκέφτεστε καθόλου; Προφανώς, τι ρωτάω. Και όταν ακούω αυτή την ερώτηση "τί τα θέλει τόσα, μαζί του θα τα πάρει;" θέλω να φωνάξω, ναι ρε μαζί του να τα πάρει και να μην ξαναγυρίσει, να μην φαίνεται από πουθενά πως υπήρξε, αλλά κρατιέμαι, γιατί δεν ξέρω ακόμη, αν πιο πολύ λυπούν αυτούς που έφυγαν και δεν τα πήραν μαζί τους ή αυτούς που έμειναν και τα μαζεύουν. Τέλος πάντων, η ουσία είναι πως αύριο θα πάω για ψώνια. Θέλω να είμαι σίγουρη πως θα σας ταλαιπωρήσω.




Ερασιτέχνης Άνθρωπος




Τρίτη 23 Αυγούστου 2016

Ελιά







Στα πόδια ανάμεσα ελιά
μη τη δαγκώσεις
φάρος σου λέει προσοχή βράχια
απόκρημνη πλαγιά
κίνδυνος τσακίσματος


Στην πλάτη ελιά
ανάμεσα στα κύματα
τα κόκκαλα των πλευρών σου
8 μποφόρ έρωτα
φουσκωμένη θάλασσα
πρόσεχε με την άμπωτη μην πιάσεις ξέρα

Στο πρόσωπο ελιά
στα χείλια πλάι
προσοχή λόγια κοφτερά βράχια
προσοχή υγρά φιλιά μέχρι πνιγμού
προσοχή μεγάλο άνοιγμα
οδηγεί στο σκοτάδι
όχι στην καρδιά

Το δάχτυλο πάει απ' τη μια στην άλλη
τις ενώνω
κάτι σαν τεντωμένο τόξο γίνεται
απλώνεις το χέρι σου
βέλος
να μ' αγγίξεις
προσοχή πάει ίσα στην καρδιά μου




Ερασιτέχνης Άνθρωπος