Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζά του. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζά του. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019

Θέλεις προικισμένους μαθητές;


Αποτέλεσμα εικόνας για δασκαλος παλιας εποχης


Ο δάσκαλος του σχολείου προτιμάει να έχει μερικά στουρνάρια στην τάξη του παρά έναν μόνο ιδιοφυή μαθητή. Και κατά βάθος έχει δίκιο γιατί καθήκον του δεν είναι να μορφώνει εξαιρετικά μυαλά αλλά καλούς φιλολόγους, μαθηματικούς, και χρήσιμους ανθρώπους.






Έρμαν Έσσε





Τρίτη 17 Ιουλίου 2018

Απ' το ελάχιστο στο οπουδήποτε






Γυμνός, Iούλιο μήνα, το καταμεσήμερο. Σ' ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του. Kοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας. Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα. Xάμου, στ' άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα. Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο. 

Γεννήθηκα για να 'χω τόσα. Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ. Aπό το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Mόνο που 'ναι πιο δύσκολο. Kι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ' αγγίξεις οπόταν η φύση σού υπακούει. Kι από τη φύση -αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της.



Οδυσσέας Ελύτης




(απόσπασμα από τον "Μικρό Ναυτίλο")




Τετάρτη 11 Απριλίου 2018

Ερωτεύεσαι για να μάθεις ποιος είσαι




-Τι είναι λοιπόν το να ερωτεύεσαι αληθινά;

-Το να είσαι αληθινά ερωτευμένος είναι να πιστεύεις ότι με το να ερωτεύεσαι θα πάρεις μια αλήθεια για τον εαυτό σου. Ερωτευόμαστε αυτόν/ή που έχει την ανταπόκριση ή μια ανταπόκριση στην ερώτησή μας: «Ποιος είμαι;»


-Γιατί κάποιοι γνωρίζουν πώς να ερωτεύονται και κάποιοι άλλοι όχι;

-Μερικοί άνθρωποι ξέρουν πώς να προκαλέσουν τον έρωτα στο άλλο πρόσωπο, όντας εραστές κατά συρροή, παρομοίως άνδρες και γυναίκες. Γνωρίζουν τι ωθεί κάποιον να ερωτευτεί. Αλλά δεν ερωτεύονται απαραιτήτως, μάλλον παίζουν τη γάτα με το ποντίκι με το θήραμά τους. Για να ερωτευτείς πρέπει να παραδεχτείς την έλλειψή σου και να αναγνωρίσεις ότι χρειάζεσαι τον/την άλλο/η, ότι σου λείπει. Εκείνοι που νομίζουν ότι είναι πλήρεις μόνοι τους ή θέλουν να γίνουν δεν ξέρουν να ερωτεύονται. Και μερικές φορές το επιβεβαιώνουν με πόνο. Χειραγωγούν, κινούν τα νήματα αλλά για τον έρωτα δεν γνωρίζουν ούτε τα ρίσκα του ούτε την ευχαρίστησή του.



Jacques-Alain Miller




Τετάρτη 14 Μαρτίου 2018

Τί είναι η "χημεία" στις σχέσεις;




Ο εγκέφαλός μας αναγνωρίζει κάτι το γνώριμο στον άνθρωπο απέναντί μας. Έχουμε ένα πραγματικά αξιοθαύμαστο μηχανισμό αναγνώρισης μοτίβων μέσα στο κεφάλι μας και ενεργοποιείται παράγοντας τα χημικά που προκαλούν ευχαρίστηση (ντοπαμίνη, σεροτονίνη) όταν αναγνωρίζει ένα μοτίβο που του είναι γνώριμο παλιά. Πόσο παλιά; Από τότε που κάναμε τις πρώτες μας σχέσεις σαν μικρά παιδιά με τους γονείς μας, (και μετέπειτα με τα αδέρφια μας, τους θείους μας, τους δασκάλους μας στο σχολείο). 

Ερωτευόμαστε το γνώριμο, όχι το ευχάριστο. Όσο παράλογο και αν ακούγεται αυτό, είναι εντούτοις ψυχολογικό.


Κοιτάξτε γύρω σας και θα δείτε την αλήθεια αυτού του ισχυρισμού. Πόσοι άνθρωποι δεν ερωτεύονται τα "λάθος" άτομα και υποφέρουν εξαιτίας τους. Πόσοι άνθρωποι δεν πονάνε λόγω του έρωτα. Αν ερωτευόμασταν το "ευχάριστο" αυτό δε θα συνέβαινε ποτέ. 


Άρα κάτι άλλο συμβαίνει.

Βασάνισέ με όπως έχω μάθει να βασανίζομαι.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Αλαίν ντε Μποτόν ερωτευόμαστε αυτόν που μας κάνει να υποφέρουμε όπως υποφέραμε στις σχέσεις μας όταν ήμασταν μικροί. 


Στην ουσία ερωτευόμαστε συναισθηματικά σενάρια και όχι ανθρώπους. Είμαστε εθισμένοι σε ένα είδος σχέσης και όχι σε ένα τύπο ανθρώπου. 


Δεν έχει σημασία αν βγάζει νόημα. Ο εγκέφαλός μας, το συναίσθημά μας, η καρδιά μας δε λειτουργεί με βάση τη λογική. Λειτουργεί με βάση το γνώριμο. Γι' αυτό θέλει να επαναλαμβάνει διαρκώς τα ίδια πράγματα γιατί εκεί νιώθει οικεία. Αυτόν τον τύπο σχέσης νιώθει ότι μπορεί να διαχειριστεί ψυχικά. Όσο δυσάρεστος και αν είναι.


Ο φόβος του αγνώστου είναι πολύ ισχυρότερος από τον πόνο του οικείου.



Δημήτρης Φλαμούρης
(μαθητικός-ψυχολόγος)





Παρασκευή 2 Μαρτίου 2018

Σάρα




(...) 
Καμία τέχνη δεν καλλιεργήθηκε και δεν αναπτύχθηκε τόσο συστηματικά από τη σοφιστική όσο η ρητορική. Σάρα. Στη ρητορική τέχνη, η σοφιστική έβλεπε ένα ιδανικό εργαλείο για να εξουσιάσει τους ανθρώπους. Σάρα, πώς και δεν θέλησες να κάνεις παιδιά; Χάρη στη σοφιστική και τη ρητορική της, οι δημόσιες αγορεύσεις μετατράπηκαν σε λογοτεχνικό είδος και άρχισαν να θεωρούνται έργα τέχνης, που άξιζαν να διατηρηθούν γραπτώς. Σάρα. Από τότε η ρητορική εκπαίδευση έγινε απαραίτητη για τη σταδιοδρομία του πολιτικού, αλλά η ρητορική συμπεριλάμβανε στο πεδίο επιρροής της όλα τα είδη του πεζού λόγου και, ιδιαίτερα, την ιστοριογραφία. Σάρα, είσαι μυστήριο για μένα. Έτσι, γίνεται κατανοητό ότι, τον τέταρτο αιώνα, την κυρίαρχη θέση στη λογοτεχνία κατείχε η πεζογραφία και όχι η ποίηση. Περίεργο. Όμως, λογικό.
(...) 
Ισοκράτης. Ξενοφάνης. Σάρα. Μπερνάτ. Συγκριτισμός. Εξετάσεις βιολιού. Σάρα. Φίλιππος της Μακεδονίας. Σάρα. Σάρα. Σάρα.
Σάρα. Μέρες, βδομάδες, μήνες κοντά σου, να σέβομαι εκείνη την πατρογονική σιωπή, στην οποία τυλιγόσουν τόσο συχνά. Ήσουν μια κοπέλα με βλέμμα θλιμμένο αλλά εκπληκτικά γαλήνιο. Κι εγώ έπαιρνα όλο και περισσότερη δύναμη να μελετήσω, γιατί ήξερα ότι μετά θα σ' έβλεπα και θα έλιωνα κοιτάζοντας τα μάτια σου, πάντα στον δρόμο, τρώγοντας χοτ ντογκ στην πλατεία Σαν Ζάουμε ή περπατώντας στο πάρκο της Σιουταδέλια, μέσα στην ευτυχισμένη μας παρανομία, ποτέ στο σπίτι σου ή στο σπίτι μου,  εκτός κι αν ξέραμε με σιγουριά ότι δεν θα ήταν κανείς εκεί, γιατί το μυστικό μας έπρεπε να παραμείνει κρυφό και για τις δύο οικογένειες. Δεν ήξερα ακριβώς γιατί, αλλά εσύ ναι. Κι εγώ αφηνόμουν να παρασυρθώ, μέρα με τη μέρα, σε μια αδιάκοπη ευτυχία, δίχως να κάνω ερωτήσεις.
(...) 
Ο Ατριά σκεφτόταν ότι θα του άρεσε να ήταν σε θέση να γράψει κάτι ανάλογο με το Griechische Geistesgeschichte. Ήταν ένα πιθανό πρότυπο για το μέλλον: να σκέφτεται και να γράφει σαν τον Νέστλε. Και πολλά άλλα πράγματα, γιατί εκείνοι οι μήνες ήταν έντονοι, μυητικοί, ζωντανοί, ηρωικοί, ανεπανάληπτοι, επικοί, εκπληκτικοί, υπέροχοι, να σκέφτεται και να ζει για τη Σάρα, η οποία ενίσχυε την επιθυμία και την ενέργειά του να μελετάει και αν συνεχίζει να μελετάει, χωρίς να βλέπει τις καθημερινές επιθέσεις της αστυνομίας ενάντια σε οτιδήποτε έμοιαζε με φοιτητή, που ήταν συνώνυμο του κομμουνιστή, μασόνου, καταλανιστή και Εβραίου -οι τέσσερις μεγάλες μάστιγες που ο φραγκισμός προσπαθούσε να εξαλείψει χτυπώντας με κλομπ ή πυροβολώντας. Όλη εκείνη η μαυρίλα δεν υπήρχε για σένα και για μένα, που περνούσαμε τις μέρες μας μελετώντας, κοιτάζοντας το μέλλον, κοιτάζοντάς σε βαθιά στα μάτια και λέγοντάς σου σ' αγαπώ, Σάρα, σ' αγαπώ, Σάρα, σ' αγαπώ, Σάρα.
"Επαναλαμβάνεσαι".
"Σ' αγαπώ, Σάρα".



Ζάουμε Καμπρέ



(απόσπασμα από το βιβλίο "Confiteor", Πόλις, 2016)




Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

Ο Πανδρολόγος

     
                             Σχετική εικόνα





Ἅμα ἐκαλεῖτο εἰς γάμον ἢ χαρὰν ἢ ἄλλην εὐωχίαν διὰ νὰ παίξῃ, ὁ Φιλάρετος, σπανίως ἐτύχαινε νὰ ἔχῃ εὔθυμον διάθεσιν. Εἴτε τὸν ἐπλήρωναν καλὰ ἢ κακά, εἴτε τοῦ ἐκολλοῦσαν σβάντσικα* εἰς τὸ μέτωπον, εἴτε τοῦ ἐκολλοῦσαν τούρκικα εἰκοσιπενταράκια, ἀδιάφορον τοῦ ἦτον. Δὲν τὸν ἔμελε πολὺ ἂν θὰ εὐχαρίστει τοὺς ἄλλους. Ἔπρεπε νὰ ἔχῃ αὐτὸς κέφι. Καὶ τὸ κέφι εἶναι αὐθαίρετον πρᾶγμα· δὲν τὸ ἐκράτει αὐτός· ἐκεῖνο ἐκράτει αὐτοῦ…



Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης



(απόσπασμα από το διήγημά του "ο Πανδρολόγος", 1902)





Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018

Πόθος




Για μερικούς άνδρες, όσο πιο δυνατός είναι ο πόθος, τόσο πιο ανέφικτη γίνεται η δράση. Η δυσπιστία προς τους εαυτούς τους τούς σαστίζει, ο φόβος μήπως δεν αρέσουν τους τρομοκρατεί. Εξάλλου, τα βαθιά αισθήματα μοιάζουν με τις τίμιες γυναίκες. Φοβούνται να αποκαλυφθούν και περνούν μες στη ζωή με τα μάτια χαμηλωμένα.



Gustave Flaubert


(απόσπασμα από το βιβλίο "Η αισθηματική αγωγή", Οδυσσέας, 2004)



Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018

Γραφή καρκινική





Υπάρχουν άνθρωποι που όταν πεθαίνεις κοντά τους, στην αγκαλιά τους, δεν πεθαίνεις ποτέ και άλλοι που ζεις μαζί τους πεθαίνοντας κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό.
   Οι πρώτοι είναι αυτοί που και στο τηλέφωνο να τους ακούσεις, ανοίγουν οι ουρανοί, έρχονται τα γράμματα τα εικοσιτέσσερα, σε βρίσκουνε αδειανό και ορθάνοιχτο, σε παίρνουν, σε σηκώνουν, σε γεμίζουν, σε γράφουν, σε σκάβουν, σε μουσκεύουν, σε κάνουν λέξη. Λέξη μυστική, ανάλαφρη, ξερή και φτερωτή για να ξεφύγεις, να πετάξεις μακριά.
   Κόλπο. Τρίπλα. Ποίημα. Γραφή καρκινική.
   Φέρνουν τα άνθη, το περίπτερο, τον δρόμο ολόκληρο με όλο το χώμα και τη σκόνη του, τον βράχο που έχεις. Την πέτρα την ασφαλή, τη σταθερή, την άκαμπτη που πάνω της συντρίβεται οτιδήποτε απειλεί την ανεξαρτησία σου.
Τη θάλασσα που έμαθες να κολυμπάς, τη πρώτη σου βροχή, το πρώτο χιόνι, τη μητέρα σου.
   Έρχονται μαυροσκούφηδες με άδεια σαρανταοχτάωρη από τη μονάδα τους με τον λαχνό που κέρδισαν στο λόττο κι αδειάζουν στο κρεβάτι σου σακούλες σοκολάτες, καραμέλες, τσολιαδάκια και ζαχαρωτά. Τη μυρωδιά, τη μύτη σου για πάντα.
   Είναι αυτοί οι ίδιοι που αργότερα βρίσκουν πατάρια και καταπακτές για να σε κρύψουν απόβλητο και λιποτάκτη, όταν θηρία και σκυλιά σε κυνηγούν και σε γαβγίζουν, όταν σε σημαδεύουνε από παντού.
   Εκείνοι που σου δίνουνε τα λόγια για να απολογηθείς, τα δυο τους χέρια να τα τρίψεις και να ζεσταθείς. Το δάκρυ τους να κλάψεις, το σοβαρό το γέλιο να γελάσεις. Έτοιμοι να πληρώσουν για το πείσμα σου.
Αυτοί που γίνονται τραγούδι και χορός, δρόμος και μοίρα σου.

Οι άλλοι τρίζουνε, κολλάνε, δε γυρνάει το κλειδί, δεν ξεκινάνε, ζητάνε όλη την ώρα λάδι απ’ το καντήλι σου, το φως, τη φλόγα, τη λαμπάδα της Λαμπρής, σε σπάνε και σε σβήνουνε. Σε δίνουνε. Στους πέντε δρόμους σε αφήνουνε. Φανάρι τσακισμένο.
   Ό,τι έχεις και δεν έχεις κι αυτά ακόμα τα φαντάσματά σου και εκείνα να στα πάρουνε, να σε φουντάρουνε.




Θοδωρής Γκόνης





Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2018

Αν αγαπάς πώς να το καταλάβεις;




«... Άμα πεινάς το ξέρεις. Φωνάζουνε τα σπλάχνα σου. Άμα κρυώνεις, το ίδιο. Άμα αγαπάς, πώς να το καταλάβεις; Γιατί, τι είναι η αγάπη; Κάποιος πήγε να πει κάτι και δεν είπε τίποτα. Είπε πως είναι κάτι σαν φωτιά. Μα είναι;
Άλλος είπε πάλι, πως είναι δροσούλα, άλλος σαν δοξαριά. Τι είναι τέλος πάντων...»
«Βάλε μια δύση κι ένα βαρκάκι να λιώνει μέσα. Ομορφιά! Μα αν δεν υπάρχει μάτι να το δει, είναι ομορφιά;
Ένα πουλάκι κελαηδά ολομόναχο σ' ένα έρημο δάσος...
Αν δεν τ' ακούσει κανείς.. είναι κελάηδηγμα;
Κι είναι μπορετό να κελαηδήσει γλυκά ένα ολομόναχο πουλάκι, αν δεν υπάρχει πίσω από κάποιο φύλλο το αυτάκι ενός άλλου πουλιού;
Πήγαν κι οι σοφοί να πούνε κάτι πάνω σ' αυτό και τα κάνανε θάλασσα. Αυτοί, γι' αγάπη!... Τα μωρά ξέρουν περσσότερα.
Ένα λουλούδι είπε: «Αγάπη; Είμαι εγώ». Τρελαίνεσαι με τέτοια καμώματα. Ένας «Πέρσης» θα πει αυτό είναι «τρίχα».
Ένας βαρκάρης θ' αφήσει τα κουπιά και θα σκουπίσει το κούτελο του. Δε θα ξέρει να πει τίποτα. Μπορεί αυτό να είναι αγάπη.
Μα είναι; Ποιος να του το πει;
Όσο έχεις κάτι μέσα σου και δε χρειάζεται να το πεις, το έχεις και ησυχάζεις.
Σε καίει... Σε λιώνει... Εσύ το βλέπεις. Κι αντί να βάλεις τα κλάμματα, το ρίχνεις στο τραγούδι.
Είσαι μεθυσμένος και δεν έχεις πιει ούτε στάλα!
Αυτό το «πράμα» πρέπει να σκάβεις μέσα σου μια λακούβα να το θάβεις, κι ό, τι βρέξει.
Μην το λες πουθενά. Άστο να σε κάψει. Θα ξέρεις ότι χάνεσαι λίγο λίγο από μια αρρώστια που δεν ξέρεις τ' όνομά της.
Θα ξέρεις όμως ότι είναι μια αρρώστια, που σε κάνει όμορφο. Ομορφαίνεις και πεθαίνεις...
Κι όταν θα νομίσεις ότι πέθανες... θα 'χει τελειώσει η αρρώστια. Θα είσαι ζωντανός, μα θα είσαι και άσκημος.
Θα 'χεις φρικτά ασκημίσει.
Αλήθεια... αυτό είναι η αγάπη;
Όποιος αγαπά δεν μπορεί 
να το πει. Κι όποιος δεν αγαπά, δεν το ξέρει...



Μενέλαος Λουντέμης



(απόσπασμα από το βιβλίο του «Ένα παιδί μετράει τ' άστρα»)



Σάββατο 27 Μαΐου 2017

Προδοσία




Κάτω απ' τις καστανιάς τα φύλλα 
με πρόδωσες, σε πρόδωσα και εγώ...


George Orwell

(απόσπασμα από το βιβλίο του "1984", Κάκτος, 1999)







Πέμπτη 20 Απριλίου 2017

Υπογράμμισε το σωστό σου





Προσπαθώ να κάνω το σωστό ακόμα κι αν δεν υπάρχει κανένας γύρω μου.

Συμφωνώ

Διαφωνώ



Προσπαθώ να κρύβω από τους άλλους αυτά που σκέφτομαι πραγματικά.

Συμφωνώ

Διαφωνώ



Το παιδί σου κινδυνεύει στη θάλασσα. Καθώς πηγαίνεις να το πιάσεις, συνειδητοποιείς ότι κινδυνεύουν εξίσου κι άλλα δέκα παιδιά, Μπορείς να πας να σώσεις το παιδί σου αμέσως ή να βοηθήσεις και τα υπόλοιπα, κάτι που θα πάρει περισσότερο χρόνο. Τί κάνεις;

Σώζω το παιδί μου

Σώζω άλλα δέκα παιδιά 



Είναι καλύτερο να πεις ένα ψέμα και να διατηρήσεις τον έλεγχο μιας κατάστασης απ' ό,τι να πεις την αλήθεια με απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Συμφωνώ

Διαφωνώ



'Ένας σταθμάρχης έχει ευθύνη να αλλάζει τις σιδηροδρομικές ράγες σ' έναν απομακρυσμένο κόμβο. Παρά τους κανόνες, παίρνει τον γιο του στη δουλειά, αλλά του δίνει αυστηρές οδηγίες να μην πλησιάσει τις γραμμές του τρένου. Αργότερα βλέπει ένα τρένο να πλησιάζει, αλλά προτού αλλάξει τις ράγες, εντοπίζει τον γιο του να παίζει εκεί, ενώ είναι πολύ μακριά για να του φωνάξει. Αν δεν αλλάξουν οι γραμμές, το τρένο σίγουρα θα συγκρουστεί με κάποιο άλλο, και θα υπάρξουν πολλά θύματα. Αν, όμως, αλλάξουν, το τρένο σίγουρα θα σκοτώσει τον γιο του. Ό,τι κι αν επιλέξει, θα έχει μόλις λίγα δευτερόλεπτα για να τρέξει και να προσπαθήσει να προειδοποιήσει τον οδηγό του τρένου και τον γιο του πριν από τη σύγκρουση.

Αλλάζω τις γραμμές

Δεν αλλάζω τις γραμμές



Εμπλέκεσαι σ' αυτοκινητικό ατύχημα στο οποίο φταις εσύ. Η άλλη οδηγός έχει μπερδευτεί και νομίζει πως φταίει εκείνη. Λες στην αστυνομία πως έφταιγες εσύ ή όχι;

Φταίει εκείνη

Φταίω εγώ


Ένας κοντινός σου άνθρωπος σου εκμυστηρεύεται ότι χτύπησε κάποιον με το αυτοκίνητο ενώ ήταν μεθυσμένος. Ως αποτέλεσμα, έκοψε το ποτό. Νιώθεις υποχρεωμένος να το πεις στην αστυνομία;

Το λέω

Δεν το λέω




J. P. Delaney 



(απόσπασμα από το βιβλίο του "Το προηγούμενο κορίτσι", Ψυχογιός. 2017)






Σάββατο 8 Απριλίου 2017

Δεν είσαι μόνο εσύ στον κόσμο





Δεν παίζεις μόνον εσύ στον κόσμο, παίζουν και όλοι οι άλλοι. Δεν θέλεις μόνο εσύ στον κόσμο, αλλά θέλουν (άλλα) και οι άλλοι. Και αν το παίζεις ζόρικος, ή θα βρεθεί πιο ζόρικος και θα σε κανονίσει, ή οι άλλοι θα σ' αφήσουν να ζορίζεσαι μόνος σου.



Νίκος Σιδέρης



(απόσπασμα από το βιβλίο "Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν!", σελ. 99, Μεταίχμιο, 2009)






Δευτέρα 3 Απριλίου 2017

Η τρελή γριά




Η τρελή γριά μάζευε σ' αρμαθιές το φως και το 'ριχνε στο υπόγειο. Ύστερα κλείδωνε καλά πόρτες και παράθυρα και καθόταν στη βεράντα για να του πλέξει κανένα φανελάκι: "Δεν είναι μαθημένο στο κρύο και την υγρασία. Να το φορά, να μην κρυώνει για ν' αντέξει μέχρι το χειμώνα να μας φέγγει τις μέρες που θα φυσά και θα βρέχει.", μιλούσε στην ηχώ της η τρελή γριά.



Λεωνίδας Κακάρογλου





Σάββατο 11 Μαρτίου 2017

Αδερφική αγάπη




Μην αφήνετε κανένα χρέος σε κανένα, εκτός βέβαια από την αγάπη που την οφείλετε πάντοτε ο ένας στον άλλο. Όποιος αγαπάει τον άλλο έχει τηρήσει το σύνολο των εντολών του Θεού. Γιατί το μη μοιχεύσεις, μη φονεύσεις, μην κλέψεις, μην επιθυμήσεις, κι όλες γενικά οι εντολές συνοψίζονται στη μία ετούτη: Ν' αγαπήσεις τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου. Η αγάπη σε καμιά περίπτωση δεν κάνει κακό στον άλλο. Η αγάπη είναι η τέλεια εκπλήρωση των εντολών του Θεού. 


Απόστολος Παύλος


(επιστολή "Προς Ρωμαίους", κεφάλαιο 13)








Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017

Πουλιά ταξιδεύουν στο δρόμο μας





-Μίλα!

-Μίλα! Γιατί δε μιλάς;

-Μίλα! Δε με νοιάζει τι θα πεις, μίλα!

-Μίλα! Μίλα!

Πες της... πες της... γιατί δεν της λες ότι κάθε στιγμή μαζί ήταν γιορτή.

Επιφάνεια, οι δυο σας μόνοι μέσα στον κόσμο.

Ότι ήταν πιο θαρραλέα, πιο αναλάφρη κι από πουλί, ότι κατέβηκε ορμητική δυο δυο τα σκαλιά σαν ίλιγγος και μέσα από την υγρή πασχαλιά σε οδήγησε στο βασίλειό της, στην άλλη πλευρά, πίσω από τον καθρέφτη.

Πες της, γιατί δεν της λες, ότι όταν ήρθε η νύχτα, άνοιξαν διάπλατα οι πύλες της αγίας τράπεζας, ότι στο σκοτάδι έλαμψε η γύμνια σας, καθώς γείρατε.

Ότι άνοιξες τα μάτια σου και την είδες στο πλάι σου και είπες...

Πες της το.

Αυτό πρέπει να της το πεις: ευλογήμενη να' σαι.

Κι ότι ήξερες πως η ευλογία σου ήταν θράσος.

Ότι κοιμόταν και το χέρι της ήταν ακόμα ζεστό κάτω από τα σκεπάσματα.

Πες της για τα ηλεκτροφόρα σύρματα της κοιλιάς της, ότι βουνά πρόβαλλαν στην ομίχλη, θάλασσες λυσσομανούσαν, ενώ κοιμόταν ακόμα καθισμένη σε θρόνο κι ήταν, θέε μου, δική σου.

Πες της, γιατί δεν της λες ότι όταν ξαπλώνατε μαζί, έσβησαν πόλεις χτισμένες ως εκ θαύματος.

Πουλιά ταξίδευαν στον ίδιο δρόμο.

Ότι ο ουρανός ξετυλιγόταν μπρος στα μάτια σας, ότι τα ψάρια στα ποτάμια κολυμπούσαν αντίδρομα.



Arseny Tarkovsky




Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Ο κακός ο άνθρωπος






Είμαι ο πιο κακός άνθρωπος στον κόσμο. 
   Έτσι νομίζω τουλάχιστον. Εντάξει, μπορεί και να κάνω λάθος. Πάντως απ’ όλους τους ανθρώπους που έχω γνωρίσει στη ζωή και στα ταξίδια μου – και δεν είναι και λίγοι – χειρότερος από εμένα δεν υπήρξε ποτέ κανείς.
   Είμαι πραγματικά κακός. Έχω πλήρη αντίληψη της κακότητάς μου και, όποτε τη φανερώνω, το κάνω συνειδητά. Δεν αφήνομαι να παρασυρθώ από άλλα κατώτερα ένστικτα. Μίσος, πικρία, ζήλια, εκδίκηση, όλα αυτά τα περιφρονώ. Δεν τα χρειάζομαι για να είμαι κακός.
   Η δική μου κακία είναι αγνή. Πρωτογενής. Αυθύπαρκτη. Ξυπνάει μέσα μου όπως η πείνα το μεσημέρι και η νύστα αργά το βράδυ. 
   Δεν μου την εμπνέουν το περιβάλλον μου και οι άλλοι. Δεν θα το επέτρεπα ποτέ στον εαυτό μου να είμαι κακός για τους άλλους. Είμαι κακός για τον εαυτό μου. Μπορεί να είναι οι άλλοι που την εισπράττουν, αλλά – ειλικρινά – δεν μισώ, ούτε καν αντιπαθώ κανέναν τους. Αντιθέτως. Πολλούς απ’ αυτούς τους αγαπώ. Ίσως και όλους. 
   Κάποιους μάλιστα τους αγαπώ περισσότερο. Σ’ αυτούς αφιερώνω και το μεγαλύτερο μέρος της κακίας μου. Οι πιο αδύναμοι υποφέρουν. Οι πιο δυνατοί μού την ανταποδίδουν. Και ο κόσμος προχωρά. Και η ζωή συνεχίζεται.
   Δεν μπορώ να ξέρω αν γεννήθηκα κακός. Δεν θυμάμαι. Κι όμως, είμαι σίγουρος πως θα πεθάνω τέτοιος.
   Είμαι στ’ αλήθεια περήφανος για την κακία μου. Είναι το αγαπημένο παιδί. Το σημαντικότερο δημιούργημά μου. Έργο ζωής. 
   Κάποτε, όταν ήμουν νέος, προσπάθησα να απαλλαγώ από αυτήν και να αλλάξω. Γρήγορα, ευτυχώς, κατάλαβα την πλάνη μου. 
   Δεν γίνεται να είναι κανείς και ερωτευμένος και καλός άνθρωπος.




Γιάννης Αντάμης


(απόσπασμα από το βιβλίου του "κατά τον δαίμονα εαυτού", Τόπος, 2008)



Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Αχ η αγάπη




Με την αγάπη, προτεραιότητα έχει το όλον απέναντι στο ιμπεριαλιστικό εγώ. Η αγάπη είναι η παγκόσμια έλξη χάρη στην οποία στέκεται ο κόσμος. Η αγάπη βασίζεται στην ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου και δεν επιβάλλεται. Με την αγάπη ο άνθρωπος εξαφανίζει το εγώ του και με την αυτοταπείνωση μεταμορφώνεται σε αυτόνομο δημιουργό της μοίρας του, αφού επιλέγει ο ίδιος αυτά που θέλει να πραγματοποιήσει.




Νικηφόρος Βρεττάκος




Παρασκευή 16 Σεπτεμβρίου 2016

Η ταφή που δεν έγινε





Πέθανε κι άλλος φίλος.
Αναπάντεχα. Ούτε προετοιμασίες. Ούτε αποχαιρετισμοί
Να έτσι ξαφνικά, φύτρωσαν τα γιασεμιά στα μάτια του.
Δεν άντεξε στις τόσες μετακινήσεις, στις τόσες αλλαγές.
Κι ένα πρωινό ανοίγοντας το παράθυρο, τον χτύπησε
ο ήλιος κατά πρόσωπο και έμεινε κρεμασμένος στο περβάζι.
Η αλυσσιδίτσα στο λαιμό του, γυάλισε για τελευταία φορά
απεγνωσμένα στο φως.
Το σώμα του μένει ακόμα κει
ξεχασμένη σημαία μεγάλης ήττας! – Εσύ μικρή εταίρα γιατί κλαις;
Για τον θάνατό μας εργάζονται άλλοι.



Γιάννης Κοντός




Όποιος φεύγει, για τον άλλον κόσμο ή για αυτόν, αλλά κάπου αλλού, μακριά, να παίρνει μαζί του και τα πράγματά του. Τί είμαστε εμείς, οι και καλά τυχεροί που μείναμε πίσω, δούλοι αναμνήσεων; Να τα μαζεύουμε και από το κλάμα να μουσκεύουν; Μουχλιάζουν κύριοι έτσι τα ρούχα και βρωμάνε, όπως τα σώματά σας τα πεθαμένα. Και άλλωστε, να τα κάνουμε τι; Θα τα φορέσει σάμπως κανένας; Δεν μας σκέφτεστε καθόλου; Προφανώς, τι ρωτάω. Και όταν ακούω αυτή την ερώτηση "τί τα θέλει τόσα, μαζί του θα τα πάρει;" θέλω να φωνάξω, ναι ρε μαζί του να τα πάρει και να μην ξαναγυρίσει, να μην φαίνεται από πουθενά πως υπήρξε, αλλά κρατιέμαι, γιατί δεν ξέρω ακόμη, αν πιο πολύ λυπούν αυτούς που έφυγαν και δεν τα πήραν μαζί τους ή αυτούς που έμειναν και τα μαζεύουν. Τέλος πάντων, η ουσία είναι πως αύριο θα πάω για ψώνια. Θέλω να είμαι σίγουρη πως θα σας ταλαιπωρήσω.




Ερασιτέχνης Άνθρωπος




Σάββατο 30 Ιουλίου 2016

Η διάρκεια της λατρείας




(...) ό,τι κρατάει την λατρεία ζωντανή, αυτό κινδυνεύει. Μαζί του κινδυνεύει κι η λατρεία. Κινδυνεύει απ' αυτό που κινδυνεύει περισσότερο. Πόσο κρατάει η λατρεία; Κρατάει μόνον όσο κρατάει άραγε κι αυτό; Κι όταν χάνεται αυτό, χάνεται μαζί του κι η λατρεία άραγε; Τόσο μόνον κρατάει η λατρεία άραγε; Τι είναι αυτό που παίρνει μαζί την λατρεία; Τόσο εξαρτημένη είναι η λατρεία από αυτό; Η λατρεία κι αυτό μαζί γεννιούνται χάνονται μαζί. Έτσι είναι άραγε; Αν είναι έτσι, τί είναι λατρεία; Μόλις σβήσει ο ήλιος, σβήνει κι αυτό.




Δημήτρης Δημητριάδης



(απόσπασμα από το βιβλίο του "Insenso", Ίνδικτος, 2007)







Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

Παραιτούμαι




Σε ψάχνω ακόμα.

Ψηλαφιστά, στους τέσσερις τοίχους μπουσουλώντας, σε κρατούσα στο χέρι, δεν μπορεί να μ’ αφήσεις και συ, δεν είναι δυνατόν να πέταξες για ζώνες τροπικές, μονάχα οι γλάροι μπορούν και χώνονται στα σύννεφα και συ γλάρος δεν είσαι.

Ξέρεις, να, δεν μπόρεσα, ήθελα να στο πω, τελικά δεν χωράω, κατάλαβέ με, παντού ξεχειλίζω άσπρος αφρός και χύνομαι στο πάτωμα, δε μένω στο ποτήρι.

Παραιτούμαι, συγγνώμη, παραιτούμαι, γιατί δεν κατάλαβα πως ο σκαντζόχοιρος όταν τον πλησιάζεις, πετάει έξω τα αγκάθια του και κρύβει το κεφάλι και τι φοβάται ο άνθρωπος και πνίγει τον αυθορμητισμό του κι οι επικοινωνίες έγιναν γέφυρες γκρεμισμένες,

παραιτούμαι, συγγνώμη, δεν κατάλαβα,

τον διαχωρισμό δημοκράτης-φασίστας, όλοι φασίστες, στην οικογένεια, στην παρέα, στις ιδέες, στη σεξουαλική σχέση, μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια δημαγωγούν, μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια, κρύβουν τ’ αληθινά τους πρόσωπα και ψηφίζουν Κ.Κ.Ε., γυρνώντας σπίτι, πλακώνουν στο ξύλο το παιδί τους και δεν ξεχνούν πριν κοιμηθούν, να γελάσουν με τις σφαγές των Πολωνών, βουλιαγμένοι στο πανάκριβο σαλόνι τους, απέναντι στους παραμορφωτικούς φακούς της έγχρωμης, ψηφίζουν Κ.Κ.Ε., παραιτούμαι, να προσέχεις τον εαυτό σου, λυπάμαι, δεν κατάλαβα δυστυχώς πότε πρέπει να ελίσσομαι και πότε όχι, είμαι ανεπίδεκτος μαθήσεως στις πουστιές,

το παραδέχομαι, απέτυχα

παραιτούμαι, αφήστε με, παραιτούμαι

και δεν κατάλαβα γιατί λένε τρελούς αυτούς που αντιστέκονται

αυτούς που διατηρούν τα φυσικά τους ένστικτα

και λογικούς αυτούς που σκύβουνε το κεφάλι

και υποτάσσονται αμαχητί

να μου το εξηγήσει αυτό κάποιος παρακαλώ
τώρα που φεύγω

κι ο ήλιος μου δύει ακίνδυνος

παραιτούμαι, συγγνώμη, δεν κατάλαβα,

το φριχτό γέλιο των ανθρώπων και τα φουσκωμένα από υπερηφάνεια στήθη πάντα με γέμιζαν με μια αίσθηση κενότητας, μελαγχολίας, σαν κάτι να έλειπε απ’ τον κύκλο της ζωής, σαν κάτι νάχε χαθεί, κάποιο πολύτιμο πετράδι που να κλέφτηκε, τώρα που το σκέφτομαι σοβαρά, η ντροπή, ναι η ντροπή, γι αυτή λέω, αυτή έλειπε απ’ το γέλιο, απ’ τη φρίκη, απ’ τα στόματα, απ’ τις καρδιές, απ’ τις σκέψεις, η ντροπή για τις αποτροπιαστικές πράξεις και τις ψυχρές δολοφονίες,

συγγνώμη, συγγνώμη, δεν κατάλαβα, παραιτούμαι,

την αξία του πτυχίου δεν συνέλαβα,

αναλφάβητος, αμόρφωτος, παρηκμασμένος,

έμεινα δίχως Πανεπιστημιακή βεντούζα να επικυρώσω τις γνώσεις μου, η επικύρωση, το λαδόχαρτο, η υπογραφή, να τι μετράει σήμερα, να τι έχει σημασία, όλη μας η ζωή μια επικύρωση πράξεων, μια αλχημεία, συνονθυλεύματα σφραγίδων, πιστοποιητικών, αιτήσεων, βεβαιώσεων, υπογραφών, χαρτιών που μας πνίγουν,

έμεινα αγράμματος, παραιτούμαι, λυπάμαι,

να προσέχεις τον εαυτό σου, δεν κατάλαβα,

στα τραγούδια τους τις μελωδίες παρερμήνευα κι όταν μιλούσα ακατάληπτος, άχρηστα λόγια για φεγγάρια που μπανιαρίζονταν στο σεληνόφωτο και φράσεις ασυνάρτητες για πεταλούδες ταξιδιάρες που έπαιρναν σε κήπους μελαγχολίας, όρκους αιώνιους με Καφκικούς αφορισμούς, φυτά- επαναστάτες, κι έλεγα φθινόπωρα έκστασης πως υπάρχουν στα χρωματοσώματα της Τέχνης αιωρούμενα, τρελός, τρελός,

δεν κατάλαβα, λυπάμαι, παραιτούμαι,

ωρίμασα φαίνεται κι όταν ωριμάζω εγώ πολύ σαπίζω, αθώος ή ένοχος, το ίδιο μου κάνει, το βράδυ να κλείνεις τα παράθυρα και ν’ αγαπάς τον Μίλλερ, τον γέρο-Τσινάσκι και τον Μπέκετ,

συγγνώμη, τον τύπο του επιτυχημένου δεν κατάλαβα, σπαζοκεφάλιασα, μα αδύνατον, με βοήθησαν βέβαια ο καλός οικογενειάρχης, ο αφοσιωμένος σύζυγος, ο πιστός φίλος, ο γεννημένος μπίζνεσμαν, ο αδέκαστος διευθυντής, ο στυγνός επιχειρηματίας, ο πλούσιος κληρονόμος, όμως το αποτέλεσμα μηδέν, επιτυχημένος, αποτυχημένος, που, ποιος, γιατί, όλα μου τα νοήματα θάλασσα ακυβέρνητη, με κυνηγούν μπούμερανγκ στο μαραθώνιο της ζωής κι εγώ ξεφούσκωτο ασκί, θέλω να εγκαταλείψω στο εικοστό πρώτο χιλιόμετρο τη διαδρομή, δεν προπονήθηκα φαίνεται αρκετά και μόνο πλάτες βλέπω, πλάτες που τερματίζουν, χα χα, τα χαμογελαστά ανθρωπάκια με τ’ αυτοκόλλητα χαμόγελα στα χείλη, που σου έλεγα χαμηλόφωνα, Ρυ ντε Κομέρς, αριθμός 31, όροφος πέμπτος, αυτά πάντοτε τερματίζουν γιατί είναι χαμογελαστά, εμένα μονάχα αν με γαργαλίσεις πια θα χαμογελάσω κι αυτό ακόμα έμμεσα, με τεχνητό τρόπο, καταλαβαίνεις τώρα, πολιτισμένα, να ρυτιδώνουν λίγο οι άκρες των ματιών απ’ το σφίξιμο και τα χείλη κλειστά,

συγγνώμη, συγγνώμη, παραιτούμαι,

πάει, αυτό ήταν, κι αν συνεχίσω κινδυνεύω, θα γίνω συγγραφέας και θα πουλάω δυστυχία δυο λέξεις το γραμμάριο, θα κάνω επίσημες εμφανίσεις σε συνεστιάσεις Τέχνης, δίπλα σε τρανούς ποιητές, θα αναγκάζομαι να μιλάω για ερμαφρόδιτο υπερρεαλισμό και δοκιμιογραφικό μετασυμβολισμό, θα τυπώνω πληρωμένες συνεντεύξεις στις εφημερίδες διαφημίζοντας το έργο μου, θα μπω και στο σωματείο για σύνταξη και τότε δε θα βρίζω, οι λέξεις μου θάναι στραγγαλισμένα νήπια σε πορφυρένιο μανδύα κι εγώ θα αναπαύομαι στις αρκετές μου εκδόσεις, θα γίνω πουτάνα και θα εκδίδομαι, αγαπώντας όλο τον κόσμο, θα πρέπει με όλους να τα πηγαίνω καλά, οπωσδήποτε, ευτυχώς ακόμα δεν πουλήθηκα τελείως και κρατάω, 10000 χρόνια την περίμενα την επανάσταση και μ’ έχει στήσει σ’ όλες τις γωνιές, σ’ όλους τους δρόμους, σ’ όλες τις βιβλιοθήκες, σ’ όλα τα πάρκα, σ’ όλα τα εκλογικά τμήματα, σ’ όλες τις κάλπες, σ’ όλα τα σχολεία, σ’ όλα τα σπίτια, σ’ όλους τους κήπους, σ’ όλα τα κρατητήρια, σ’ όλα τα γραφεία, σ’ όλες τις αίθουσες, σ’ όλα τα μπαρ, σ’ όλα τα δικαστήρια, 10000 χρόνια φίλε μου, άφωνος και νευρικός, χωρίς όνομα, ταυτότητα, δικαιώματα, με ένα τσιγάρο στο στόμα, σκίρταγα κάθε τόσο που έβλεπα κάποια να της μοιάζει μες’ στο πλήθος, μα κάποτε τα βήματα απομακρύνονταν και τα ραβασάκια της μήναγαν πως αύριο, όλο αύριο,

αναστολή στην αναστολή το πήγαινε

μάταιος κύκλος, διασκεδαστικός

και φεύγω, φεύγω, παραιτούμαι

συγγνώμη, δεν κατάλαβα

ο Μαγιακόφσκι αυτοκτόνησε

λυπάμαι

δεν θα χρειάζεται πια να κινούμαι

πρόσεχε, θα ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα

και συ θα μ’ αγαπάς.

Έτσι απλά. Αντίο.

Όπως πάνε τα πράγματα, θα με σταυρώσουν.




Σταύρος Σταυρόπουλος



(απόσπασμα από το βιβλίο του "Διαμελίζομαι ", Βασδέκης, 1983)