Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζά της. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πεζά της. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 11 Ιουνίου 2018

Ευτυχία





Αμέτρητες οι φορές που είπαμε να συναντηθούμε σε κάποιο φωτεινό μέρος, είτε στις κάποιες έξι των απογευμάτων είτε στις κάποιες οκτώ των δειλινών που έχουνε πιο φρόνιμο φως, κι εγώ να περιμένω, να την περιμένω με τις ώρες και που να φανεί. Και με τι θράσος να εμφανίζεται μετά στα όνειρά μου, να μου ζητάει συγνώμη που δεν ήρθε, γιατί είχε χάσει κάποιον δικό της κι ήτανε στις μαύρες της, ή και να μου επιτίθεται πως ενώ ήρθε, ενώ περίμενε εκεί μέσα στις ώρες της αναμονής μου, εγώ δεν την αναγνώρισα και δε φταίει αυτή.
Είδα κι έπαθα να μην έχω την ανάγκη της. Και τώρα που παλεύοντας τα κατάφερα, έρχεται και μου δίνει συγχαρητήρια, πως αυτό ακριβώς, ότι δεν έχω την ανάγκη της, αυτό είναι ευτυχία. Άπιαστη σου λέω.



Κική Δημουλά



(Απόσπασμα από το Αντεύχομαι του βιβλίου της "Εκτός σχεδίου", Ίκαρος, 2004)








Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

Ζω χωρίς σκοπό




Αυτή ή ανία, η ανυπόφορη πλήξη, το κενό (ενν. του απολεσθέντα έρωτα) θα τη σπρώχνουν συνεχώς μακριά από το κάθε παρόν, με την ελπίδα πως "κάπου" αλλού θα βρει εκείνο το κάτι που θα τη συνδέσει με τη ζωή, δικαιολογώντας την παρουσία της στη γη. Μάταια όμως, γιατί αυτό το κάτι μόνο μέσα της θα μπορούσε να το βρει, αν υπήρχε, κι αν της το 'χαν καλλιεργήσει ή διδάξει. Ενώ η Μαρία αγωνίζεται τυφλά να πετύχει το ακατόρθωτο: να ζήσει χωρίς σκοπό.



Λίλη Ζωγράφου



(απόσπασμα από το βιβλίο "Κώστας Καρυωτάκης, Μαρία Πολυδούρη και η αρχή της αμφισβήτησης", Αλεξάνδρεια, 1996)




Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2017

Μνήμη Χρυσόψαρου




Πρόσφατα ομάδα επιστημόνων από το Ισραήλ, παρουσίασε τα στοιχεία μιας ενδιαφέρουσας μελέτης γύρω από τη μνήμη των χρυσόψαρων. Πειράματα έρχονται να καταρρίψουν έναν ακόμα μύθο και να αποδείξουν πως τελικά, το συγκεκριμένο είδος ψαριών διαθέτει μνήμη, η οποία μάλιστα διαρκεί έως και αρκετούς μήνες μετά τη βίωση όποιας εμπειρίας, ενώ επικεντρώνεται στο αίσθημα του πόνου. Ηλεκτρικοί ακροδέκτες , τοποθετημένοι σε ενυδρείο, ΄΄χτυπούσαν΄΄ τα ψάρια, κάθε φορά που πλησίαζαν συγκεκριμένα σημεία. Σύντομα διαπιστώθηκε πως τα χρυσόψαρα απέφευγαν να πλησιάσουν εκεί για πολλές εβδομάδες…

«Ορίστε μας…Τα βλέπεις; Μέχρι και τα παλιόψαρα τελικά θυμούνται…» Πέταξε το τηλεκοντρόλ πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Ένα πλαστικό τραπεζομάντηλο, από κείνα τα αλέκιαστα, καλύπτει τελευταία το καφέ, σκαλιστό ξύλο. «Κάποτε, τις όμορφες εκείνες μέρες, άπλωνε τα κοφτά της προίκας της. Πάντα  λευκά και καλοσιδερωμένα, αντάξια της φήμης που είχε στη γειτονιά. Νοικοκυρά και κιμπάρισσα. Έπρεπε να την έβλεπες τότε. Κυρία με τα όλα της. Ντυμένη στην τρίχα, με τα ταγιεράκια της, το καλοχτενισμένο της μαλλί. Το σπίτι μας; Χάρμα ιδέσθαι! Λαμποκοπούσε, ντρεπόσουν να πατήσεις. Κι όλα περνούσαν απ ’το χέρι της. Έφερνε βόλτα το σπίτι, τους λογαριασμούς, εμένα. Κυρίως εμένα. Από την πρώτη στιγμή που την αντίκρισα, ήξερα πως θα γεράσουμε μαζί. Έστω κι έτσι…»
Είναι ένας από τους καθημερινούς  μονολόγους του Τ  κάθε φορά που αναζητά
 λίγη παρηγοριά στο παρελθόν. Κάθε που την κοιτάζει  με την ίδια ακριβώς  ευγνωμοσύνη για όλα όσα υπήρξε κάποτε. Πράγματι, οι περιγραφές του ταιριάζουν γάντι με εκείνες όσων τους επισκέπτονται συχνά πυκνά. Όλοι ανεξαιρέτως μιλούν για μια  εκπάγλου καλλονής γυναίκα, που άθελά της προκαλούσε τη ζήλια όλων των θηλυκών του  τετραγώνου. Το ίδιο γυναικομάνι που τώρα συρρέει κατά δεκάδες,  φέρνοντας φαγητό στον κακομοίρη -έτσι τον χαρακτηρίζουν χαμηλοφώνως- σύζυγό της. Έφτασε η ώρα να αποδείξουν κι αυτές με τη σειρά τους την κρυμμένη τους νοικοκυροσύνη. Σαν καλές χριστιανές, έρχονται καθημερινά να βοηθήσουν όπως όπως  ή μάλλον να οικτίρουν με θυμηδία τη γειτόνισσα, που έτσι τα έφερε η μοίρα  και έπεσε τελικά στην ανάγκη τους. Και κάθε βράδυ, μέσα στα φαρδιά τους νυχτικά, προσεύχονται μην τις βρει ποτέ το Κακό.

            Η Δ με έφερε εδώ πριν τρία χρόνια. Μου χάρισε ένα σπίτι στο οποίο ομολογουμένως βρήκα περισσότερα απ ’όσα θα μπορούσα ποτέ να ζητήσω, με το φαγητό και την καθαριότητα στις υψηλότερες θέσεις της λίστας. Ο Τ  με καλοδέχτηκε αμέσως. Εξάλλου ό,τι αγαπούσε εκείνη το αγαπούσε ο ίδιος διπλά. Τους λάτρεψα από την πρώτη στιγμή .Οι κινήσεις τους στοργικές στο κάθε τι. Όταν ο Τ  της χάιδευε τα μαλλιά ή όταν η Δ σερβίριζε το φαγητό στα πιάτα σαν σε ιεροτελεστία. Ήμουν κι εγώ αποδέκτης μιας  αγάπης ουσιαστικής, που κρατούσε πενήντα ολόκληρα χρόνια. Τον πρώτο καιρό, περνούσαμε τις περισσότερες ώρες στο σαλόνι, παρακολουθώντας  ντοκιμαντέρ για σπάνια είδη της τροφικής αλυσίδας, νέες έρευνες και πειράματα πάνω στα οποία έπειτα η Δ και ο Τ συζητούσαν διεξοδικά, μέχρι που τους έπαιρνε τελικά ο ύπνος αγκαλιά στον καναπέ. Κάθε πρωί γευμάτιζαν στο μεγάλο, ξύλινο τραπέζι της κουζίνας. Πάνω στο λευκό τραπεζομάντηλο, περίοπτη θέση είχαν δυο πορσελάνινα, λουλουδάτα φλιτζάνια γεμάτα αχνιστό, ελληνικό καφέ απ’ τα χεράκια της. Έπειτα οι δρόμοι τους χώριζαν μέχρι την ώρα του μεσημεριανού. Εκείνος, αφού πρώτα της έδινε ένα γλυκό φιλί στο μέτωπο,  φορούσε το καπέλο με τον πλατύ γείσο και κατηφόριζε προς το κοντινό καφενείο. Η Δ έμενε στο σπίτι. Διατηρώντας το ίδιο πάντα γλυκό χαμόγελο, ξεκινούσε τις καθημερινές της ασχολίες, τραγουδώντας  καντάδες  και αναπολώντας εποχές ερώτων και απόλυτης ξεγνοιασιάς. Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά, μου χαϊδεύεις γλυκά τα μαλλιά… «Ώρα για το πρωινό σου. Καλή όρεξη!» Έτσι κεφάτα και μελωδικά ξεκινούσε και η δική μου μέρα. Έμοιαζε με κινούμενο αερικό. Ψηλή, αδύνατη –λίγο κυρτή λόγω ηλικίας- ντελικάτη. Τα άσπρα μαλλιά της πιασμένα πάντα σε χαμηλό κότσο άφηναν το  πρόσωπο να πρωταγωνιστεί. Λεπτά χαρακτηριστικά με καμβά τη λευκή, σαν σαπούνι, επιδερμίδα. Οι βαθιές ρυτίδες δε στερούσαν τίποτα από την ομορφιά της, έμοιαζαν μάλλον με διάσπαρτα ρυάκια που κατέληγαν όλα στη μαύρη εκβολή των ματιών της. Η καθημερινή περιβολή της φροντισμένη, εντός κι εκτός του σπιτιού . Πίστευε πως η γυναίκα μπορεί να είναι περιποιημένη  ακόμη και τώρα, στα προτελευταία –ήντα, με μια μεγαλύτερη ίσως προσπάθεια απ’ ότι στο παρελθόν.
«Κι αφού  ομορφύναμε και στολιστήκαμε, ας μελετήσουμε τα κιτάπια μας». Έτσι ονόμαζε η Δ τους λογαριασμούς πάσης φύσεως. Τους φυλούσε όλους σ ’έναν παλιό, ξεφτισμένο φάκελο, τον οποίο αρνιόταν πεισματικά να αποχωριστεί αφού κάποτε λέει, συνδυαζόταν κατά έναν περίεργο τρόπο, με όλα τα αγαπημένα της ταγιέρ. «Τα βλέπεις όλ’ αυτά; Αχ…εγώ τα κουλαντρίζω. Αλλιώς καήκαμε. Με τις γκαζόλαμπες θα ήμασταν .Τετρακόσια ευρώ η ΔΕΗ, πενήντα το νερό. Αύριο να πάω να τα πληρώσω. Αρχές του μήνα. Θα’ χει μπει  η σύνταξη. Μια χαρά είμαστε. Δόξα τω Θεώ! Πάμε τώρα να ετοιμάσουμε το μεσημεριανό μας». Εκείνες οι μυρωδιές…Πότιζαν οι τοίχοι μπαχάρι και κανέλα. Καταγωγή από την Πόλη η Δ. Οι συνταγές εκτελούνταν πάντα με το μάτι. Δυο πρέζες αλάτι, μία μπαχάρι, μία κανέλα. Ήξερε εκείνη. «Καλοί οι τσελεμεντέδες αλλά σαν το μάτι…  Όλα εδώ τα έχω.» Κι έδειχνε με το να χέρι την καρδιά και με τ’ άλλο το μυαλό. Αυτά ήταν τα δυνατά της σημεία. Μια τεράστια καρδιά που χωρούσε όλο τον κόσμο κι ένα τετραπέρατο μυαλό το οποίο ήξερε να χρησιμοποιεί όπως έπρεπε. Έτσι το χρησιμοποιούσε και στα σταυρόλεξα που έλυναν κάθε απόγευμα με τον Τ μετά το μεσημεριανό ύπνο. Κανένα Οριζοντίως και Καθέτως δεν της ξέφευγε. Διάλεγε πάντα εκείνα για τους δυνατούς λύτες. Όταν ο Τ  παραπονιόταν για το πόσο κουτός μοιάζει μπροστά της, κατά βάθος τη θαύμαζε και χαιρόταν, ακόμη κι αν αυτό στοίχιζε  στον αντρικό του εγωισμό. Το Κακό όμως δε λογαριάζει δυνατούς λύτες· χτυπά Οριζοντίως και Καθέτως.

            Το πρωί….το πρωί.. Λαλαλαλα. Όμορφο τραγούδι μα πλέον λειψό. Τον τελευταίο χρόνο δεν το ξανακούσαμε ποτέ ολόκληρο. Έτσι ξεκίνησαν όλα. Μια λειψή καντάδα στην αρχή κι έπειτα  απλήρωτοι λογαριασμοί. Ξεχασμένοι σ’ έναν ξεφτισμένο φάκελο, στο βάθος μιας ντουλάπας,  που έσφυζε από όμορφα ρούχα παραδομένα πλέον στο σκόρο και στην αχρησία. Τις περισσότερες ώρες μας τώρα, τις περνάμε στην κουζίνα. Εκεί νιώθει ασφαλής. Ο Τ μετέφερε  και την τηλεόραση πάνω στον πάγκο εργασίας, αφού πια δε χρησιμεύει σε κάτι άλλο. Το ένα δυνατό της σημείο φαινόταν να ατροφεί. Απότομα, απροσδόκητα. Το άλλο έμενε εκεί , προσπαθώντας να καλύψει το αδυσώπητο κενό.

Οριζοντίως…

Η Δ λειτουργεί πια μόνο με την καρδιά.

Η Δ μιλά πότε αργά, πότε γρήγορα, πότε καθόλου.

Η Δ δε βγαίνει, δεν ανοίγει τα κιτάπια της , δε λύνει σταυρόλεξα.

Η Δ κοιτά τον Τ με καχυποψία.

Η Δ δεν παρακολουθεί έρευνες, δε μαγειρεύει, δε στρώνει λευκά τραπεζομάντιλα.

Η Δ δεν κοιμάται αγκαλιά με τον Τ.

Η Δ δεν κοιμάται.

Η Δ δεν ξέρει αν είναι Δευτέρα, Τρίτη, Σάββατο.

Η Δ κλαίει, σκίζει φωτογραφίες γάμου, πετά τα σκουπίδια απ ’το μπαλκόνι.

Η Δ χαράζει τα μάγουλά της με ρουζ, έντονο κόκκινο και φορά την πλισέ της φούστα
ανάποδα.

Η Δ πίνει χάπια exelon, noforit, nootrop· χαζεύει τη χρωματική πανδαισία στις χούφτες
της- κόκκινα, κίτρινα, ροζ- στρόγγυλα σαν τα κουμπιά του αγαπημένου της ταγιέρ.

Που το έκρυψες; Θέλω να το φορέσω! Φέρ’ το  μου σου λέω! Είναι ανοιχτά σήμερα τα μαγαζιά! Θα βγω! Πρέπει να φύγω! Άσε με!  Με πονάς! Ποιος είσαι εσύ; Ξέρεις ποια είμαι εγώ; Ποια είμαι; 


Καθέτως…

Ο           Ο           Ο           Ο              Δ              Ο
                                                        Ο
Τ            Τ           Τ           Τ              Ν              Τ
                                                        Ε              Η
Π            Τ          Τ            Μ             Π               Σ
Ρ             Η         Η            Α             Ε
Ο            Ν          Ν           Θ              Ζ              Μ
Σ                                      Α              Ι                Ι
Π            Ψ         Τ             Ι              Λ               Λ
Α            Α          Α            Ν             Η               Α
Θ            Χ          Ϊ             Ε
Ε            Ν          Ζ            Ι               Ρ
Ι             Ε          Ε                            Ι
              Ι           Ι            Λ               Β
                                Ε               Α
                                Ξ               Σ
                                Ε               Τ
                                Ι                Ι
                                Σ               Γ
                                                Μ
                                                 Ι
                                                Ν
                                                Η


Ο Τ της μιλά… «Μέχρι και τα παλιόψαρα…» Τον κοιτάζει βουβή, βυθισμένη στα νερά μιας απύθμενης θάλασσας.
            Όσο για το δικό μου νερό, αυτό έχει μέρες να αλλαχτεί. Και κάπως έτσι, ξέροντας ότι σιγά σιγά πνέω τα λοίσθια , σκέφτομαι πως έχοντας καταρρίψει μύθους, πειράματα και έρευνες, θυμάμαι πολλά περισσότερα απ’ όσα  θα περίμενε κανείς από ένα χρυσόψαρο. Σε ένα πράγμα συμφωνώ με αυτούς εκεί στην οθόνη. Τον πόνο δεν τον ξεχνάς εύκολα… Ακόμη κι αν τον κοιτάς,  μέσα από μια γυάλα.




  


Μαρία Μυλωνά






Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

Λευκή Σελίδα





Από το παράθυρό μου βλέπω τον ήλιο να χρωματίζει τον ουρανό καθώς δύει αργά και κρύβεται πίσω από τα βουνά. Από τώρα ξεκινώ καινούρια περιπέτεια. Δεν ξέρω που πάω και φοβάμαι λίγο, αλλά νιώθω καλά, ζωντανή, ήρεμη. Η σημερινή ημέρα ήταν από αυτές που σου αλλάξουν όλη τη ζωή. Θα βάλω το ΜP3 μου σε λίγο και θα ονειρευτώ όλα όσα θέλω να κάνω, όλα όσα θέλω να ζήσω, να νιώσω. Θέλω να μάθω να αναπνέω, να εισπνέω ότι υπάρχει γύρω μου, να εμπνευστώ, να βρω τον εαυτό μου μέσα σ’αυτό το μπερδεμένο μου εγώ. Αυτό θέλω για τις ημέρες που θα έρθουν

Καληνύχτα, κάλε μου εαυτέ.



Μαριάνθη Α. Χασάπη




(απόσπασμα από την "Λευκή Σελίδα" της-αδημοσίευτo)




Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

Του έρωτα το μέγα κακό






Και να τον σκέφτομαι κάθε δέκα δευτερόλεπτα, θα θελα να ήσουν εδώ.

Τι θα έλεγες. Ποιους θα πείραζες. Πως θα τους ξεσήκωνες.
Θα γελούσα. Επιτέλους, θα γελούσα. Μπορεί και να έκλαιγα μετά. Τι σημασία έχει;

Γεννημένος για το καλύτερο. Άρα και για το χειρότερο.

Μόνο αυτός. Κοινωνικός και αποσυνάγωγος. Την ίδια ώρα. Διαμάντι και ζιργκόν. Την ίδια μέρα. Το λάγνο ψέμα του και η πιο σκληρή αλήθεια του. Το ίδιο βράδυ.

Τον αγαπώ.

Δωμάτιο ξενοδοχείου. Έξω μια σκέτη ζωή. Χωρίς αυτόν, κανένα νόημα. Κόσμος χαοτικός, ασυνάρτητος. Σκότη και άβυσσος.

Κοντά δυο χρόνια. Μόνο αυτός. Λεπτός, κορδόνια λυμένα. Ώμοι σκυφτοί, που και που το θυμόταν, έστρωνε την πλάτη του.

Μπαίνει με ένα ύφος απίστευτης πραότητας στο σπίτι μου. Φωταγωγεί. Τον ερωτεύομαι. Τον στέφω. Τον εξοργίζω. Με εξοργίζει. Τον θέλω. Δεν τον θέλω. Δεν τον μπορώ.

Ακραία, απόλυτη βία ο έρωτας. Έρωτας είναι φίλη, τι νόμιζες;

Προσπάθεια για πρόβα ζωής. Μακριά του. Φιλότιμη προσπάθεια. Επί ματαίω προσπάθεια. Χωρίς αυτόν, πρόβα βυθού, θα προσπαθήσω κι άλλο.

Σφίγγω τα δόντια, του στέλνω νοερά μηνύματα, «αν θες να ξέρεις φίλε, είναι καλύτερα χωρίς εσένα. Δεν αγαπάς, είσαι ήρεμη».

Τον αγαπώ. Διακοπές και πάω. Φυσιολογική ζωή και τη φλερτάρω. Σαν βουτιά σε φεγγίτη ουρανοξύστη. Μετά άλλος. Τρυφώ. «Ούτε με σένα ούτε χωρίς εσένα», λέει αυτή. Και λιποθυμάει.

Πρωί και θάβω τη χθεσινή μου θεωρία. Δεν με ενδιαφέρει η τρέχουσα ζωή. Θέλω το χάος του. Αλλά ούτε με αυτόν ούτε χωρίς αυτόν.

Μόνο αυτός. Που ούτε με αυτόν ούτε χωρίς αυτόν. Δεν γίνεται. Ανάθεμα την ώρα που τον γνώρισα. Για να μου θρυμματίσει τη ζωή. Κοίτα τώρα τι μου κάνει. Τους βγάζει όλους από το τσεπάκι του, σε λαϊκή έκδοση τσέπης. Και τους συντρίβει. Πότε θα τον ξεχάσω? Όταν ακμάσουν τα βρύα και γίνουν σαν τους κέδρους του Λιβάνου. Ποτέ.

Πόσες φορές προσπάθησα; Να φύγω μακριά του. Να μην μπλέξω. Δυσκολεμένη κατάσταση, έκρυθμη κατάσταση. Δεν είδε τίποτα. Τίποτα από τις νύχτες μου μακριά του. Και τι είναι να δαγκώνεις τα χείλη σου. Μέχρι να τρέξουν αίμα.

Και για να τον έχεις μαζί σου, μια κασέτα του. Που έγραφε πάνω: «στο δικό σου το μήκος». Δεν ξέρει τίποτα. Πόσος πόνος. Πόσες άγρυπνες νύχτες. Πόση αποδοκιμασία ο περίγυρος. Όλα τα κοινωνικά ισοδύναμα της τρομοκρατίας κατά πάνω μου. Γιατί πήγα και τον ερωτεύτηκα. Αυτήν τη φορά δεν ήταν φόβος.

Δεν ήταν απομίμηση αισθήματος. Δεν ήταν αφορμή να διαδηλώσω ευτυχίες ανύπαρκτες. Ήταν μόνο πόνος και άσκηση. Γιατί ήταν μόνο έρωτας. Ήταν μόνο έγνοια. Γιατί ήταν μόνο έρωτας. Που είναι απόψε. Γιατί αργεί να τηλεφωνήσει. Αν σκοτώθηκε στην εθνική. Αν κοιμήθηκε πάλι με αναμμένα φώτα.

Διακοπές… Από τι; Από αυτόν μάλλον. Που δεν καταλαβαίνει, λέει. Γιατί εξαφανίστηκα. Με κούρασε. Με τρέλανε με την ασάφεια του. Όπως εκείνη τη μέρα που τον παρακάλεσα. Μια ανάσα, του είπα. Ας πάρουμε μια ανάσα. Και εννοούσα : όπου θες κι απόψε εσύ, έναν άλλο απόψε εγώ. Για να μη σου κρατήσω θυμό. Και είχα λόγο να του τα έχω μαζεμένα. Ένας ίσος μου άντρας -ότι σκατά και να είμαι, ένας ίσος. Έτσι τον υπολόγιζα.

Γι' αυτό το είπα. Περίμενα από τον ίσο μου να καταλάβει. Δεν κατάλαβε. Πόσο πνιγόμουν εκείνο το βράδυ. Από ασάφεια.

Θα κάτσω ήσυχος είπε. Άνθρωπέ μου. Δεν κατάλαβε ποτέ του τίποτα. Έτοιμος να τα χάψει όλα. Την ψυχραιμία μου ιδίως. Που ήταν η ξακουστή ευφυΐα του εκείνη τη νύχτα;

Δεν κατάλαβε. Πως αυτόν έψαχνα. Να με ασφαλίσει από εκείνο που όταν με πιάνει με στέλνει κατευθείαν στο δρόμο. Δεν το κατάλαβε. Αυτό έψαχνα, κι αυτός έψαχνε ελέφαντες στο ίντερνετ, και χωρίς αυτόν βαριόμουν. Και χωρίς αυτόν, έξω με περίμενε ο δρόμος.

Ακυρωμένη από ασάφεια και τον έψαχνα. Τι ήμουν γι αυτόν. Γιατί μου άργησε τα χατίρια μου και τώρα έρχεται και μου λέει. Αφού του τα ζήτησα στην ώρα τους. Για να αποκλείσω το δρόμο. Όπως υποψιάστηκε. Και άξεστα το είπε. Δεν του τα ζήτησα;

Τι δεν πήγε; Ότι και σε όλη την ανθρωπότητα. Οι κώδικες. Άλλους αυτός, άλλους εγώ. Να δω, θα το κάνω τώρα; Το «ούτε με σένα ούτε χωρίς εσένα» μου.

Άκου φίλη, δύσκολα χωρίς αυτόν.

Αλλά ούτε με αυτόν.

Τον διεκδίκησα όσο κανέναν. Μου τα άργησε τα χατίρια μου. Πολύ.

Άκου φίλη, εγώ χωρίς αυτόν πεθαίνω, πνίγομαι. Και δεν με νοιάζει τίποτα. Δεκάρα δεν δίνω. Μην εκτεθώ στα μάτια σου. Να εκτεθώ. Γι’ αυτό και τόσο ανοιχτά.

Παντού να το πω. Φώναξέ τες όλες. Να το μάθουν...

Και πως το μεγαλύτερο πράγμα στον κόσμο της γυναίκας είναι να διεκδικεί και να εκτίθεται.

Τα έκανα και τα δύο. Μου άργησε το χατίρι μου. Δεν θα τον ξαναδώ ποτέ.

Κάποιος άλλος. Που δεν θα τον αγαπώ. Που θα μπορώ να κάτσω μαζί του δέκα χρόνια.

Γιατί έτσι γίνεται όταν δεν αγαπάς. Μπορείς και μένεις. Αυτό είναι όλο.

Σημασία έχει να είσαι ήρεμη.

Ψέματα. Σημασία έχει να αγαπάς.

Δεν ξέρω. Μπερδεύτηκα.

Φθινόπωρο σε λίγο φίλη. Εξαγνιστική βροχή, σώμα που πάλι θα άπτεται. Με ό,τι το ανατριχιάζει.

Και ένα βράδυ θα κρυφτώ μόνη μου στο κρεβάτι, θα είμαι ήρεμη σαν πεθαμένη.

Τότε θα ανοίξω τα κλειστά του γράμματα. Αδύνατον ακόμα. Η παιδική του φωτογραφία στο κομοδίνο μου. Θα τη γυρίσω για λίγο ανάποδα. Να μη με δει να κλαίω.

Χριστούγεννα μετά. Οι ευχές του στον τηλεφωνητή μου. Είμαι σίγουρη. Θα ακούσω τη φωνή του. Θα θέλω να σηκώσω το τηλέφωνο και να του φωνάξω: Ηλίθιε. Τίποτα άλλο.

Μόνο: «Ηλίθιε.. Σε αγαπώ.» Και δεν θα το σηκώσω…

Ξάπλωσε στο κρεβάτι της, αγκάλιασε τους ώμους της. Κι αυτό είναι το αγκάλιασμα εκείνης που δεν έχει αυτόν, που δεν έχει κανέναν…



Μαλβίνα Κάραλη 







Σάββατο 21 Μαΐου 2016

Ο έρωτας δεν είναι φιλανθρωπία




Ο έρωτας δεν είναι φιλανθρωπία, δεν μπορείς να δώσεις λίγο έρωτα σε έναν που χρειάζεται έρωτα. Νιώθεις έρωτα και δίνεις όλο τον εαυτό σου, δε λογαριάζεις τίποτα. Είναι το απόλυτο όλο και όταν δεν το νιώθεις είναι το απόλυτο τίποτα. Δεν είναι λύπηση. Επειδή εσύ μ' αγαπάς, ενώ εγώ σε λυπάμαι θα σε δώσω λίγα ψίχουλα από τον εαυτό μου για να νιώσεις λίγο καλύτερα, για να ελπίσεις ότι ίσως αργότερα θα σου δώσω και κάτι παραπάνω. Δεν υπάρχει μέτρο στον έρωτα. Ή τον νιώθεις και τα δίνεις όλα ή τίποτα. Το λίγο είναι φθορά, καταστροφή και γι' αυτόν που δίνει και γι' αυτόν που παίρνει. Μπορεί και ο ίδιος ο έρωτας να είναι πολλές φορές καταστροφικός, να έχεις ερωτευτεί δηλαδή τον λάθος άνθρωπο, αλλά ένιωσες το δυνατό αυτό συναίσθημα και κατέληξες ότι δεν άξιζε. Μετά απ' αυτό μπορείς να λειτουργήσεις με τη λογική. Αλλά όχι από την αρχή μόνο με τη λογική. Ούτε επειδή απέτυχε ο πρώτος έρωτας δεν πρόκειται να ερωτευτείς ξανά. Ούτε εδώ υπάρχει μέτρο. Εμείς βάζουμε τα μέτρα στον εαυτό μας. Αν πούμε δεν θέλω να ερωτευτώ για να μην πληγωθώ, τότε περιορίζουμε πολύ τον εαυτό μας. Ας ερωτευτώ και ας πληγωθώ. Άσε την καρδιά να σε οδηγήσει, βάλε δεύτερο το μυαλό. Η καρδιά δεν κάνει λάθη. Τα υπόλοιπα θα τα πούμε όταν σ' ερωτευτώ. 





Lisbet




Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

Φωτιά




(...)
Έτσι στην περίπτωσή μου υπάρχει ένα τίμημα που πρέπει να πληρώσω. Θα προσπαθήσω, πάντως να είμαι ένα σωστό ζώο, κι αν μου πετάξετε ένα κόκαλο με αρκετό κρέας μπορεί και να σας γλείψω το χέρι».

* * *

Όμως εγώ δεν πρόκειται πια να σου γλείψω το χέρι, για το ελάχιστο τίποτα που μου πετάς. Απόψε θα καθίσω και θα καταστρέψω υπομονετικά όλα τα e-mails.

Θα σβήσω τα πάντα, και τ’ όνομά σου και τ’ όνομά μου από παντού. Θα πετάξω στον ακάλυπτο τα κλειδιά και θα ασχοληθώ μόνο μ’ αυτούς’ τους κατασπαταλημένους Φιτζέραλντ. Θα κάνω delete στη ζωή μου σε οτιδήποτε σε αφορά, σα να μην πέρασες ποτέ απ’ αυτόν τον κόσμο.

Να ‘τα! Βλέπεις; Βλέπεις που πια τον λόγο μου και τον κρατώ; Τα ρίχνω τα κλειδιά, άκου πώς κουδουνάνε; Και το τηλέφωνο το ξεριζώνω, κοίτα το, να! Το κινητό με τα τακούνια μου κομμάτια το κάνω! Τον υπολογιστή μου, θρύψαλα! Δεν θα ξαναδεχτώ πια τίποτα από σένα! Και ούτε θα ξαναμπώ στον πειρασμό να στείλω κάτι, θα τα σκοτώσω όλα τα ταχυδρομικά περιστέρια. Μόνο Ζέλντα και Σκοτ απ’ εδώ και στο εξής, μέχρι να τελειώσω τη μελέτη που χρωστάω. Μεθαύριο που θα ‘ρθει η Μόζα θα μ’ ανοίξει με το δικό της κλειδί. Και μαζί με τα σκουπίδια, θα πετάξει και σένα. Με λύσσα θα γράφω για να προφθάσω τις προθεσμίες, νυχθημερόν!

* * *

Όμως τί είναι όλοι αυτοί οι καπνοί που στεφανώνουν την πόρτα; Πού βρέθηκε, Θεέ μου, τόσος καπνός, πόση φωτιά απαιτείται για τις στάχτες μιας σχέσης; Θα το προφθάσω άραγε να βάλω κι αυτό; Κι αυτό να το γράψω;

Τώρα η δύσπνοια φταίει ή εκείνοι οι καπνοί; Πάλι αυτή η τρελή από κάτω μέσα στη νύχτα θα έχει αναμμένο καντήλι!

Μονάχα να προφθάσω! Να σε ξεχάσω, να το γράψω!

Ε ναι λοιπόν, έσπασα, ράγισα, ικανοποιήθηκες τώρα;

Η ρωγμή, από την πρώτη στιγμή, το αναγνωρίζω, ήταν σε μένα.

* * *

Πού πάνε αλήθεια όλες αυτές οι πυροσβεστικές;

Αφού καμιά φωτιά δεν σβήστηκε ποτέ επί της ουσίας.



Ζέλντα Φίτζεραλντ

(απόσπασμα από το βιβλίο "Γράμματα Χωρισμού", Μελάνι, 2003)





Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2015

Το φιλί




Όπως έσκυψε το κεφάλι του να βρει το μάγουλο της, η Μέγκυ ανασηκώθηκε στις μύτες και περισσότερο από τύχη παρά από σκοπιμότητα, άγγιξε με τα χείλια της τα δικά του. Τραβήχτηκε σαν να είχε γευτεί το δηλητήριο της αράχνης, μετά έγειρε μπρος ξανά προτού τη χάσει, προσπάθησε να πει κάτι πάνω στο γλυκό κλειστό της στόμα, που άνοιξε όπως έκανε να του απαντήσει η Μέγκυ. Καθώς τη φιλούσε σαν να έπαιρνε την τελευταία του ανάσα, θαρρείς κι έγινε ρευστό το κορμί της, ένα ζεστό αναλυτό σκοτάδι, το ένα του χέρι ήταν σφιγμένο γύρω από τη μέση της, το άλλο στο μήκος της πλάτης της με την παλάμη χωμένη στα μαλλιά της, να της κρατάει το πρόσωπο στραμμένο στο δικό του, σαν να φοβόταν πως θα του έφευγε εκείνη την ίδια στιγμή, πριν προφτάσει να καταλάβει και να καταχωρήσει στο νου του τούτη την απίστευτη παρουσία που ήταν η Μέγκυ. Που ήταν η Μέγκυ και που δεν ήταν η Μέγκυ συνάμα, πολύ ξένη για να είναι γνώριμη, γιατί η δικιά του Μέγκυ δεν ήταν γυναίκα, δεν σου έδινε την αίσθηση μιας γυναίκας, δεν θα μπορούσε να γίνει ποτέ γυναίκα γι'αυτόν. Όπως δεν θα μπορούσε κι ο ίδιος να γίνει άντρας για κείνη.



Colleen McCullough



(απόσπασμα από το βιβλίο της "Τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας" , Ζάρβανος, 1995)




Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Βρέχει

Στο αγοράκι μου


Σ’ αυτά τα ξεχαρβαλωμένα πλαστικά καθίσματα στήριξα τις τελευταίες μου ελπίδες. Στους ξεφλουδισμένους μπεζοκίτρινους τοίχους, στους άντρες με τις πράσινες φόρμες, στη χοντρή ασπροντυμένη που περιφέρεται δεξιά κι αριστερά, στις προσευχές της κυρίας απέναντι -πιάνεται άραγε για δική μου- στους μαυροντυμένους με τα ατσαλάκωτα κοστούμια και τους δερμάτινους χαρτοφύλακες, στα γεμάτα πόνο ασανσέρ, στα καροτσάκια που συνωστίζονται έξω απ’ τις κλειστές βρώμικες πόρτες, στον μαραμένο φίκο δίπλα, στα τριχωτά χέρια που ανταλλάσσουν ροζ φακέλους, στα λευκά κεσεδάκια με το άνοστο νεροζούμι, στα λεκιασμένα κλινοσκεπάσματα, στον τομογράφο, στο νυστέρι νούμερο τέσσερα, πέντε, έξι – φτου και βγαίνω- στους λευκούς επιδέσμους- να δεθώ ολόκληρη- στο τσιγάρο του κυρίου με το πετσοκομμένο μουστάκι, στις πινακίδες Παθολογικό, Ουρολογικό, Ογκολογικό, Ψυχιατρικό- γιατρέ πονά η ψυχή μου, είναι σοβαρό;- στους μεντεσέδες που τρίζουν, στο κρύο σάντουιτς του κυλικείου- χωρίς μαγιονέζα παρακαλώ- στις τσιριχτές φωνές -κάποιος στο 312- στην ξανθιά περούκα της διπλανής -ζεσταίνομαι- στα κλειστά βλέφαρα του κοριτσιού που κοιμάται στον ώμο του μπαμπά της, στα γαλακτερά φώτα, στην μπόχα του αντισηπτικού- ή μήπως έτσι μυρίζει ο φόβος- στους πενήντα θαλάμους, στη βαριά ταμπέλα πάνω απ’ το κεφάλι μου "Χειρουργικό Τμήμα", στα λόγια ενός τριαντάχρονου γιατράκου που μόλις μου χάιδεψε τον δεξί ώμο. Βρέχει.




Μαρία Μυλωνά



Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015

Το δικό μου και το δικό σου σ' αγαπώ




Το δικό μου το πολύ πως να χωρέσει στο δικό σου το λίγο. Κι οι δυο μας δυσανασχετούσαμε δικαιολογημένα.

Όμως μέσα σ’ αυτό το λίγο σου, σ’ αυτό το περιορισμένο σου, είχα την κακοτυχία να διακρίνω σκιές περαστικές που με πυρπόλησαν. Σκιές του απέραντου. Αυτό που δεν έλεγχες, αυτό που δεν γνώριζες, προσπερνούσε από μια σου έκφραση, από μια σου χειρονομία τυχαία και με καθήλωνε. Δεν περιγράφεται η ματιά, η κίνηση, ο ήχος. Ότι κι αν σου πω δεν θα σου μεταδώσω αυτό που μ’ έκανε να σε θέλω έτσι.

Το απέραντο είναι άπιαστο, απερίγραπτο,ακαθόριστο. Χιλιάδες να λέω εναντίον σου αμέσως θα παραλύσουν μπροστά στη γρήγορη κίνηση του χεριού σου μόλις σηκωθεί για να φτάσει στα χείλη σου και να δαγκώσεις το μικρό σου νυχάκι σμίγοντας τα φρύδια σου να σκέφτεται κάτι δύσκολο. Για μια τέτοια κίνηση, κάποιες ώρες, ένιωθα έτοιμος και τη ζωή μου να δώσω.

Για μια τέτοια κίνηση.

Σαν σινιάλο άλλων κόσμων ερχόταν προς εμένα κι ανέτρεπε όσα σου καταμαρτυρούσα, από κατήγορο με μετέτρεπε σε ζητιάνο σου! Για μια τέτοια κίνηση!

Έρχεται η ώρα που θα λυτρωθώ από σένα! Και θα λυτρωθώ από σενα αγαπώντας σε περισσότερο, με της αγάπης το άμετρο μέτρο που είναι η περισσία. Ούτε και γράμματα έχω ανάγκη να σου γράφω πια. Υπάρχω μόνο και σ’ αγαπώ κι αυτό το σ’ αγαπώ που δεν έχει ανάγκη καμία, ούτε καν για ανταπόδωση, θα πλημμυρίσει, θα γεμίσει με τον κυματισμό του τον κόσμο όλο, θα έρχεται και σε σένα κι εσύ θα μπορείς όποτε θες να τ’ ακούς, φτάνει να το θες.

Να υπάρχω μονάχα, να σ’ αγαπώ μονάχα και να μην έχω λόγο κανένα να το δηλώνω, ούτε την παρουσία μου να μη χρειάζεται να δηλώνω πια.

Σ’ αγαπώ τόσο που το ξεχνώ, όπως ξεχνάμε τα αυτονόητα και τα φυσικά. Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε κρίνω και εντελώς σε αποδέχομαι. Γλίτωσα από το μαρτύριο να προσπαθώ συνεχώς να σε διορθώνω.

Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε θέλω. Γιατί δεν θες παρά ότι σου λείπει κι εσύ πια δεν μου λείπεις αφού στης αγάπης τον τόπο δεν χωράει η απόσταση. Σ’ αγαπώ κι αγαπώντας σε, σε περιέχω, σε έχω αφού είμαι, είμαι από σένα και μαζί σου κι όπου κι είμαι έρχεσαι.

Είμαστε στο παντού και στο πάντα τώρα που σ’ αγάπησα κι η αγάπη μου μας κάνει αδιαίρετους. Εσύ καλή μου, μου δίδαξες την καταστροφή του να σ’ αγαπώ λίγο. Το λίγο ανοίγει ρωγμές να γλιστρά μέσα ο ακόρεστος εγωισμός, να σε απαιτεί, να σε διεκδικεί, η παρενέργεια του εγωιστικού έρωτα είναι μια: γενική δηλητηρίαση που την αγάπη την αλλοιώνει σε μίσος.
Η πρόγευσή σου μου άναψε φωτιές. Κι όχι μόνο στο κορμί μα και στην ψυχή κι αυτό είναι το δυσκολότερο.

Νιώθω ρακένδυτος οδοιπόρος που βγήκα για να ξαναβρώ εκείνο που αστραπιαία μου αποκάλυψε η σχισμή των δικών σου φιλιών.



Μάρω Βαμβουνάκη


(απόσπασμα από το βιβλίο της “Η μοναξιά είναι από χώμα”, Φιλιππότης, 1999)








Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

Κομμάτια μπανάνας




Και θέλω να παίξω κυνηγητό και να τρέξω μαζί σου μέχρι να μου κοπεί η ανάσα και να κυλιστούμε στα χόρτα και να με γλύφεις στα χείλια και να σε φιλάω κι εγώ παντού στο λαιμό στα αυτιά στη μύτη και να σου πετάω τη μπάλα και να φεύγεις σα σίφουνας για να μου την ξαναφέρεις πίσω και να μην κουράζεσαι να το κάνεις αυτό για είκοσι τριάντα φορές συνεχόμενες και να μας πιάνει το σούρουπο και να γυρίζουμε σπίτι και να σου κάνω μπάνιο και να βουρτσίζω το σώμα σου σε κάθε του εκατοστό και να μην προλαβαίνω να σε σκουπίσω και να τινάζεσαι μ’ ευχαρίστηση και να γυρνάς σε όλα τα δωμάτια για να στεγνώσεις και να κάνεις έπιπλα κουρτίνες τηλεόραση χάλια απ’ τα νερά και να καταστρέφεις με μανία το πατάκι της εισόδου και μετά το τηλεκοντρόλ που ξέχασα να το κρύψω και να καταβροχθίζεις ότι σου ετοιμάζω για φαγητό και να θέλεις κι άλλο και να γίνεσαι ένα με το πάτωμα απ’ την κούραση και να γίνομαι κι εγώ το ίδιο και να μας παίρνει και τους δυο για λίγο ο ύπνος και να ξυπνάμε και οι δυο ταυτόχρονα και να μου φέρνεις πάλι τα σύνεργα για να βγούμε για το βραδινό περίπατο και να συναντάμε κόσμο στο δρόμο και να σε χαιρετάνε και να πιάνουμε την κουβέντα και να χαλάς τις ορτανσίες του γείτονα και να βγαίνει μαινόμενος εκείνος πίσω απ’ το φράχτη που παραφυλάει για να μας τσακώσει και να τρέχουμε σαν τρελοί μέσα στο δρόμο και να μας κορνάρουν τα αυτοκίνητα και να βλέπουμε την πανσέληνο καθισμένοι δίπλα δίπλα στο πάρκο και να μας τρυπάει η υγρασία και να σε αγκαλιάζω για να ζεσταθώ και να επιστρέφουμε πίσω γιατί είναι περασμένα μεσάνυχτα και να πιάνεις τη συνηθισμένη θέση στο κρεβάτι και ν’ αναπνέεις ρυθμικά τόσο ρυθμικά που να με νανουρίζεις και κάποιες φορές να ροχαλίζεις και να μη μπορώ να κοιμηθώ και να διαβάζω Σάρα Κέιν και να σηκώνεσαι πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι και να αισθάνομαι την ανάσα σου στο πρόσωπό μου και μετά από λίγο τη γλώσσα σου στο μάγουλό μου και να με περιμένεις καρτερικά να επιστρέψω απ’ τη δουλειά και στο μεταξύ να δαγκώνεις ό,τι βρίσκεις μπροστά σου και να αφουγκράζεσαι τον παραμικρό θόρυβο και να τινάζεσαι ακόμα και με το πέταγμα μιας μύγας και να την τρως με μια κίνηση και να τη φτύνεις αμέσως μετά και να κουνάς την ουρά σου τόσο δυνατά όταν επιστρέφω στο σπίτι που να νομίζω ότι θα πετάξεις και να σου αγοράζω ό,τι μπορεί να διανοηθεί κανείς απ’ το σούπερ μάρκετ και ν’ αλλάζουμε λουριά και κολάρα κάθε μήνα και να βγαίνω απ’ τον προϋπολογισμό μου μ’ αυτές τις αγορές και να πρέπει να βράζω συνέχεια μακαρόνια πολλά μακαρόνια και κόκκαλα για να τρως και να βρωμάει η κουζίνα και οι κατσαρόλες να είναι για πέταμα και να πρέπει να παρακαλάω τον κρεοπώλη της γειτονιάς να μου δίνει αυτά που περισσεύουν και στην ταβέρνα να ντρέπομαι να ζητάω το αποφάγια μη νομίζουν ότι τα θέλω για μένα κι όταν έχω ραντεβού να σε κλείνω στην αποθήκη για να μη γαυγίζεις κι ωστόσο να μας ξεκουφαίνεις με τις φωνές σου και ν’ αναγκάζομαι να σε βγάλω και να κάθεσαι ανάμεσά μας και να με κοιτάς με μάτια περίλυπα όταν σκύβω να φιλήσω την κοπέλα μου και να μη μας αφήνεις να προχωρήσουμε άλλο και να αναγκάζομαι να πηγαίνω σε ξενοδοχείο και να μένω πάλι χωρίς λεφτά και να κάνω υπερωρίες στη δουλειά και πάλι να μη με πληρώνουν και να σε πηγαίνω κάθε μήνα στον κτηνίατρο και να κάνουμε εμβόλια και να σου δίνει χάπια και να μη τα τρως και να στα βάζω μέσα σε κομμάτια μπανάνας και στο τέλος πάλι να μην μπορείς να τα φας γιατί δεν έχεις όρεξη και να είσαι συνέχεια ξαπλωμένος στη γωνιά σου και να έχεις χάσει κάθε ενδιαφέρον για τη ζωή, για τη ζωή μας κι εμένα να μη με νοιάζει που χώρισα με την Άννα, τη Μαίρη, την Αγγελική γιατί δεν μπορούσαν άλλο να χαμουρευόμαστε στα παγκάκια και στα ξενοδοχεία τρίτης κατηγορίας και να μένω δίπλα σου πάντα δίπλα σου πάντα φίλος σου ο μοναδικός σου φίλος κι εσύ πάντα φίλος μου ο μοναδικός μου φίλος και να ξενυχτάω μερόνυχτα όταν σου βάζουμε ορό για να μην κουνηθείς και βγει η βελόνα και να προσπαθώ να σου δώσω υγρά με τη σύριγγα απ’ τη μια άκρη του σαγονιού σου και να βγαίνουν απ’ την άλλη και να κλαίω κρυφά με λυγμούς γιατί νοιώθω το τέλος και να σου κρατάω το ένα πόδι όταν ο γιατρός σου κάνει την ένεση και να σε σφίγγω μετά δυνατά πολύ δυνατά κι εσύ να μου χαρίζεις το τελευταίο γλείψιμο έστω και εξασθενημένο και η μνήμη μου να κάνει αναδρομές σ’ όλες μας τις στιγμές τις μέρες και νύχτες που περάσαμε μαζί και κρατήσου λίγο ακόμα Τζέρι γιατί τώρα που σε χάνω νιώθω πόσο ανάγκη σ’ έχω και πόσο αναντικατάστατος είσαι για μένα.


Λίνα Βαλετοπούλου


(διήγημα από το βιβλίο της "Ζωές σε αναδίπλωση", Γαβριηλίδης, 2014)






Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

Μάτια στο καρφί




Έφτασα στο χωριό τον Σεπτέμβρη του 1950. Όλο πέτρες, μα δεν είχα αλλού να πάω. Ή Δάσκαλος στα κατσάβραχα, ή νηστικός στην πόλη. Πίσω από την αίθουσα, ένα στρώμα, μια καρέκλα και ένα τραπέζι. Τον χειμώνα άναβα τη σόμπα. Οι μαθητές κάθε πρωί έφερναν από ένα ξύλο· έκαιγαν μέχρι το απόγευμα. Μετά σκεπαζόμουν. Έτριζαν τα κόκκαλα. Σπάνια, κάποιος άφηνε ένα πιάτο φαγητό στην έδρα. Έβραζα τραχανά και έτρωγα για μέρες. Καφενείο δεν πήγαινα. Πού λεφτά. Μόνο σε καμιά γιορτή που πρόσφεραν γίδα. Οι μεγάλοι έλειπαν όλη μέρα. Στα λιγοστά χωράφια, στη βοσκή, στα γεφύρια. Τα παιδιά έρχονταν ξυπόλυτα για μάθημα. Είχαν μια πλάκα για να γράφουν με το κοντύλι. Καθόλου όρεξη για παιχνίδια· ούτε για μάθημα. Μόνο κάθονταν ήσυχα και κοιτούσαν. Στο καρφί· δίπλα στον πίνακα. Κρεμούσα τον ντορβά με το ψωμί εκεί. Να μην το φτάνουν τα ποντίκια. Καμιά εικοσαριά μάτια, καρφωμένα. Σε λίγες φέτες ψωμί. Τα περισσότερα ήταν νηστικά. Πού να πρωτοδώσεις. Περνούσα με αυτό το ψωμί μια βδομάδα. Το έφερνε ο παπάς την Κυριακή. Στα προβλήματα της αριθμητικής, απέφευγα τις κότες και τα μήλα. Έβαζα πέτρες, δέντρα· πράγματα που δεν τρώγονταν. Αυτά, στο διάλειμμα, ρίχνονταν με τα τέσσερα στην αυλή.
Έψαχναν για βλαστάρια. Πεινούσαν. Έκλαψα κάτι φορές που τα έβλεπα. Μα τι να έκανα; Και εγώ στην ίδια μοίρα.
Ήμουν αυστηρός. Είχα μια βίτσα· από κρανιά. Με κόμπους για να βαράει δυνατά. Έβρισκε κόκκαλο κατευθείαν. Κανείς δεν διαμαρτυρόταν. «Ρίξ’ του καμιά να στρώσει», έλεγαν οι πατεράδες. Ο Ράκιας, στα δέκα, έμοιαζε μικρότερος. Χειμώνα με κοντό παντελόνι, το ένα μπάλωμα πάνω στο άλλο. Με τρύπια παπούτσια. Τα δάχτυλα άγγιζαν το χώμα, η ψείρα νηστική. Κοιτούσε συνέχεια στο καρφί.
Ένα μεσημέρι, είχα γύρει. Σούρσιμο στην τάξη. Ποντίκια, σκέφτηκα, δεν φτάνουν το ψωμί. Μα δεν ησύχαζαν και πήγα να δω. Ο Ράκιας ρουφούσε την τελευταία μπουκιά. Θόλωσα και τον άρχισα στις κατακεφαλιές· πολύ ξύλο. Αμίλητος αυτός, με κοίταζε. Είχε χορτάσει.
«Κλέφτης είσαι, ρε, αλήτης; Θα φέρω τον πατέρα σου να σου ρίξει και αυτός. Μετά θα σε σύρω στο χωριό. Να καμαρώσει η μάνα σου. Δεν μιλάς; Έτσι θα γίνεις άνθρωπος;»
Η βίτσα σφύριζε στον αέρα και έκοβε όπου ακουμπούσε. Όταν ηρέμησα, του έδωσα λίγο νερό να βγάλει τα αίματα. Δεν έδειχνε να πονά. Μόνο καθόταν ακίνητος. Το λυπήθηκα. Η πείνα, σκέφτηκα. Δεν ήταν αλήτης. Μικρό παιδί· πώς μπόρεσα. Έκανα να το πλησιάσω.
«Μη σκας, δάσκαλε, έχω πάθει χειρότερα», είπε.
«Πρώτη φορά χτυπάω παιδί· έχασα τον έλεγχο, δεν έπρεπε», είπα.
Είχα σαστίσει. Τα κόκκαλα κόντευαν να βγουν. Τράβηξε λίγο τα μπατζάκια, ίσιωσε τη ζακέτα και έφυγε. Δεν καταδέχτηκε το δάκρυ.
Όταν κλείνω τα μάτια μου, με κοιτάει. Ο Ράκιας, που, όπως έμαθα, στην Κατοχή έμεινε μόνος του. Την οικογένειά του την έχασε στη φωτιά που έβαλαν οι Γερμανοί στο σπίτι τους. Δεν τον είδαν. Σώθηκε κρυμμένος σε μια αποθήκη. Η φωτιά έφτασε μέχρι τα πόδια του. Αγρίμι αυτός, μεγάλωνε μόνος σε μια αποθήκη. Όταν περίσσευε φαγητό στη γειτονιά, χόρταινε. Περήφανος.
Έμεινα στο χωριό μέχρι το 1957. Μια μέρα, ήρθε ένας φάκελος. «Προς διδάσκαλον Μαντέλλον Γεώργιον» έγραφε. Πήρα μετάθεση για τα Γιάννενα. Δεν παντρεύτηκα. Το μυαλό μου ήταν στη Ρηνιώ. Έφυγα από το χωριό, χωρίς να της το πω.




Όλγα Πατσούρα Λένη


(διήγημα από το βιβλίο της "Μάτια στο καρφί", Γαβριηλίδης, 2015)



Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

Εκτός τροχιάς



Η χριστουγεννιάτικη γιορτή του σχολείου μού φάνηκε ότι κράτησε μια αιωνιότητα. Άλλες χρονιές την απολάμβανα τόσο πολύ αυτή τη μέρα... Τραγουδούσα με όρεξη με τα άλλα κορίτσια τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια και ανυπομονούσα να ξεκινήσω τις δεκαπενθήμερες διακοπές μου. Όχι όμως σήμερα. Σήμερα με το ζόρι μου έβγαινε η φωνή- όσο για τον ενθουσιασμό των διακοπών, πού να τον βρω; Το μόνο που αισθάνομαι είναι ένας κόμπος στο στομάχι όταν σκέφτομαι τι πρόκειται να συμβεί το απόγευμα.

Γιατί στο σπίτι του Ιλίρ θα πάω. Το αποφάσισα. Θα πάω και ό,τι θέλει ας γίνει. Δεν μπορώ να πω όχι στο κάλεσμά του, είναι σα να αρνούμαι τον ίδιο μου τον εαυτό. Αφού με θέλει, θα με έχει. Και το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να ελπίζω να αντέξω τις συνέπειες, όποιες κι αν είναι αυτές. Στη χειρότερη περίπτωση θα με πετάξει σα στυμμένη λεμονόκουπα μόλις πάρει αυτό που θέλει. Αν συμβεί αυτό, πρέπει να είμαι δυνατή. Να μην κλάψω άλλο, να μην παρακαλέσω, να το δεχτώ και να αποχωρήσω με όποια αξιοπρέπεια μου έχει απομείνει μετά τα προχθεσινά. Στην καλύτερη περίπτωση, όμως, έχω πολλά να κερδίσω. Ίσως συγκινηθεί από την αγάπη μου, ίσως πειστεί για την ειλικρίνεια των αισθημάτων μου και μου δώσει ακόμα μια ευκαιρία.

Μ'αυτή την προσδοκία ξεκινάω για το σπίτι του. Αν την χάσω στην πορεία, δεν ξέρω αν θα βρω το κουράγιο να χτυπήσω την πόρτα του σε λίγα λεπτά. Κάθε τρεις και λίγο παίρνω βαθιά ανάσα για να ηρεμήσω τα νεύρα μου, που είναι πραγματικά τεντωμένα. Δύσκολη αποστολή αν υπολογίσει κανείς τα ατέλειωτα ερωτήματα που τριβελίζουν το μυαλό μου. Θα είναι καλός μαζί μου ή σκληρός όπως την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε; Θα θελήσει να με ξαναδεί μετά; Είμαι έτοιμη να πω στον ταξιτζή να κάνει μεταβολή και να με γυρίσει πίσω στη Δροσιά, αλλά δεν ανοίγω το στόμα μου, γιατί με έχει καταλάβει μια μοιρολατρία που όμοιά της δεν έχω ξανανιώσει ποτέ. Αφού ξεκίνησα, σημαίνει ότι πρέπει να πάω. Κι ας μου βγει και σε κακό. Με λίγα λόγια, φοβάμαι να κάνω το επόμενο βήμα, αλλά περισσότερο βαραίνει στη ζυγαριά ο φόβος για το τι θα συμβεί αν δεν το κάνω. 

Την πολυκατοικία όπου μένει την ξέρω. Με είχε φέρει μια μέρα ο Ιλίρ να δω πού μένει, μιας που ήμασταν κοντά, όμως δε με κάλεσε να ανεβώ στο σπίτι του. Μάλλον θα ήταν η μητέρα του και ο αδερφός του στο διαμέρισμα και δεν ήθελε να τους γνωρίσω. Παραδόξως δε με είχε πειράξει καθόλου, μου έφτανε που τον είχα στο πλευρό μου κι ας μη με γνώριζε ποτέ στους δικούς του. Σήμερα στο σπίτι λογικά θα είναι μόνος. Θα είμαι μόνη μαζί του... Μπαίνω στην οικοδομή και ίσια στο ασανσέρ. Το μετανιώνω αμέσως μόλις πατάω το κουμπί, καλύτερα να πήγαινα από τις σκάλες. Είναι που είναι μικρό το ασανσέρ, είμαι κι εγώ σε μια φάση που δε με χωράει ο τόπος, νιώθω τους τοίχους να στενεύουν και να με πνίγουν. Ευτυχώς πηγαίνω μόνο στον δεύτερο.

Όταν βγαίνω στο διάδρομο, βρίσκομαι αντιμέτωπη με τρεις κλειστές πόρτες, τη μία δίπλα στην άλλη. Ποια κρύβει από πίσω της αυτόν που αγαπώ, δεν μπορώ να το μαντέψω. Ονόματα στα κουδούνια των δύο δεν υπάρχουν καν, αλλά στην τρίτη μετά βίας διαβάζω τα αχνά γράμματα: Τσέλα. Εδώ είμαστε, λοιπόν. “Εδώ σε θέλω, Νάστια”, μονολογώ ψιθυριστά. Ήρθα μέχρι το κατώφλι του, θα φύγω τώρα σαν τον κλέφτη; Όχι βέβαια! Απλώνω το χέρι και χτυπάω σιγανά, αλλά αποφασιστικά την πόρτα. Ανοίγει. Και κοιτάζω κατάματα τους φόβους μου, να καθρεφτίζονται όλοι σε ένα ζευγάρι γαλάζια μάτια.


Ελίζα Νάστου


(απόσπασμα από το μυθιστόρημά της "Εκτός Τροχιάς", Γκοβόστη, 2015)




Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

Χριστός ανέστη. Ευτυχώς





Έχει κάτι μέρες που σε ειδοποίησαν πως πέθανε ο φίλος σου, ο κολλητός σου. Πηγες στον τάφο του κ έκλαψες. Μέχρι κ συ έκλαψες. Και μετά, έτσι απλά, του είπες να βγει έξω. Από τον τάφο έξω, να σε δει. Σε είδε και ξανάζησε. Αναστήθηκε το λέμε. 
Και μετά, όταν εσύ πέθαινες, “από ώρας έκτης έως ενάτης” πολλοί νεκροί βγήκαν από τους τάφους και “ενεφανίσθησαν πολλοίς”. Αναστήθηκαν το λέμε.
   Και μέσα σε τρεις μέρες και συ ο ίδιος, που σε είχαν βάλει σε τάφο, που είχαν τσεκάρει πως δεν ζεις, “εφανέρωθης” σε πολλούς, “ηγέρθης”. Αναστήθηκες το λέμε. 
   Και τώρα εγώ αναρωτιέμαι αν μου αρκεί αυτό. Που αναστήθηκες και ανέστησες. Που νίκησες τον θάνατο. Μα αφού σου έχω μια λίστα με αυτούς και αυτά που δεν μου ανέστησες, αναρωτιέμαι- μου αρκεί αυτό; 
   Ξέρεις, πηγαίνω κ γω σαν τις μυροφόρες αξημέρωτα και πρωινά στα μνήματα, με μύρα και κάθε καλό για κάθε αγαπημένο. Με πιάνουν κ μένα τα κλάμματα σαν κ αυτές. Και περιμένω. 
  Να έρθεις να με ρωτήσεις, όπως αυτές, “Γύναι, τι κλαίεις;”. Να ακούσω από τον άγγελο το “αποκεκύλισται ο λίθος” και να φύγουν ένα ένα τα βάρη που με πλακώνουν. 
   Να σου πω πως “ἡμεῖς ἠλπίζομεν ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι”, αλλά τώρα πια δεν ζει. Και να με πείσεις πως είμαι “βραδεῖα τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν”. Να έρθεις στο δρόμο δίπλα μου να περπατήσεις “ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ” και να με ρωτήσεις, όπως ρώτησες αυτούς που πορεύονταν προς Εμμαούς, γιατί είμαι σκυθρωπή. Να μου απαντήσεις με ένα “Χαίρετε” και να είναι αυτό εντολή ζωής. Να με φωνάξεις σαν την Μαρία με το όνομά μου, σαν να με ξέρεις από παλιά, και να συνεχίσεις με εντολή “Μὴ φοβεῖσθε”. Και γω τελικά να επιμένω “Μεῖνον μεθ’ ἡμῶν”, γιατί “διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν” και “ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν”. Ναι, αυτό μου αρκεί. Χριστός ανέστη. Ευτυχώς.



Άννα Βακάλη






Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

Μαλακό παξιμάδι

 


Ο πλατωνικός έρωτας είναι μαλακό παξιμάδι για αυτούς που δεν έχουν δόντια.
Εγώ τα έχω και τα τριάντα δύο.


Λίνα Βαλετοπούλου

(απόσπασμα από το διήγημα Μαλακό Παξιμάδι που βρίσκεται στο βιβλίο της "Ζωές σε Αναδίπλωση", Γαβριηλίδης, 2014)






Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2015

Επιστολή



«Δεν μπορώ να σου το εξηγήσω, αλλά κάθε φορά που σε αγκαλιάζω αισθάνομαι σαν να έχω επιστρέψει σπίτι μου…».
Ernest Miller Hemingway


(απόσπασμα από την επιστολή του προς τη Marlene Dietrich)






Ξαναδιάβασα τα γράμματά σου από την αρχή. Σου γράφω "δύο λόγια αγάπης". Ένα πράγμα αισθάνομαι πως είναι το δυσκολότερο να σου δώσω να καταλάβεις: πόσο σε νιώθω, πόσο σε παρακολουθώ κι από μια σου λέξη ακόμη, όπως άλλοτε από ένα παίξιμο του χεριού σου.


Τώρα που ξανακοίταξα όλα αυτά τα χαρτιά, βρίσκω πάντα ένα φόβο μήπως δεν λες καλά ό,τι ήθελες να πεις, ένα δισταγμό μην τύχει και πεις πολλά, και προς το τέλος αρχίζεις κιόλας να γράφεις και να σκίζεις.

Άφησε, χρυσή μου, τον εαυτό σου, είναι τόσο χαριτωμένος έτσι όπως είναι, άφησέ τον να μη μιλήσει όπως ξέρει αυτός. Θα μου πεις: "Εσύ μήπως δεν κάνεις το ίδιο"; Κι αν το κάνω, δεν υπάρχει κανένας λόγος να με μιμηθείς. Το κάνω, άλλωστε, τόσο άσχημα. Αν έχεις απελπισία, δώσε μου την απελπισία σου, όπως μου δίνεις τόσες φορές τη χαρά σου.

Δώσε μου ό,τι έχεις κι ό,τι μπορείς. Μα κατάλαβε, επιτέλους, πως δεν γυρεύω τίποτε άλλο. Αν αργήσουμε τώρα να ιδωθούμε, θα πρέπει να προσπαθήσουμε μ’ αυτά τα λίγα και γλίσχρα μέσα που έχουμε, μ’ αυτό το χαρτί που μαυρίζουμε, να είμαστε όσο μπορούμε πιο κοντά, όχι να αποχωριζόμαστε και να πληγώνει ο ένας τον άλλον. Έτσι νομίζω.

Αν με θέλεις ακόμη, έλα, χρυσή μου, να τα λέμε όλα χωρίς να σκεπτόμαστε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει. Ξέρεις, συλλογίζομαι ακόμη πως έτσι θα μπορούσαμε, όταν μας δοθεί να ιδωθούμε, να μην πούμε ούτε μια λέξη παρά να χαζεύει ο ένας τον άλλον. Και θα είναι τόσο ξεκουραστικό. Καληνύχτα, αγάπη. Όλη τη μέρα σήμερα γύρευα τη στοργή σου.

Γιώργος Σεφέρης

(απόσπασμα από την επιστολή προς την γυναίκα του Μαρία)