Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταύρος Σταυρόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταύρος Σταυρόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Μαΐου 2018

Σε παντρεύτηκα




Σε παντρεύτηκα αργά σταθερά σωτήρια
Παντρεύτηκα τα οστά σου που έκαιγαν
Την κόλαση του μυαλού σου
Πήρα την οδύνη που έπεφτε απ’ το δέρμα σου
Σε μπάλες χιονιού
Και τη ζέστανα μαλακά
Με την ανάσα μου

Παντρεύτηκα τις ρωγμές των μελών σου
Την άνοιξη εκείνων των γενναίων μαλλιών
Το κίτρινο καμπαναριό της ψυχής
Που σιγούσε
Και την τρύπα που είχε ανοίξει ο χρόνος
Μέσα σου

Έφτασα αμίλητος έως τα νύχια
Τα άναψα
Και πέρασα εκεί
Στα μικρά σου χάλκινα δάχτυλα
Δύο εκκωφαντικές βέρες

Η μία έγραφε σήμερα
Η άλλη αύριο
Εσύ μου είπες ποτέ

Και κατάλαβα ότι ήταν για πάντα




Σταύρος Σταυρόπουλος


(Από την ποιητική συλλογή "So Long, Marianne", Εκδόσεις Σμίλη 2017)



Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

Παραιτούμαι




Σε ψάχνω ακόμα.

Ψηλαφιστά, στους τέσσερις τοίχους μπουσουλώντας, σε κρατούσα στο χέρι, δεν μπορεί να μ’ αφήσεις και συ, δεν είναι δυνατόν να πέταξες για ζώνες τροπικές, μονάχα οι γλάροι μπορούν και χώνονται στα σύννεφα και συ γλάρος δεν είσαι.

Ξέρεις, να, δεν μπόρεσα, ήθελα να στο πω, τελικά δεν χωράω, κατάλαβέ με, παντού ξεχειλίζω άσπρος αφρός και χύνομαι στο πάτωμα, δε μένω στο ποτήρι.

Παραιτούμαι, συγγνώμη, παραιτούμαι, γιατί δεν κατάλαβα πως ο σκαντζόχοιρος όταν τον πλησιάζεις, πετάει έξω τα αγκάθια του και κρύβει το κεφάλι και τι φοβάται ο άνθρωπος και πνίγει τον αυθορμητισμό του κι οι επικοινωνίες έγιναν γέφυρες γκρεμισμένες,

παραιτούμαι, συγγνώμη, δεν κατάλαβα,

τον διαχωρισμό δημοκράτης-φασίστας, όλοι φασίστες, στην οικογένεια, στην παρέα, στις ιδέες, στη σεξουαλική σχέση, μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια δημαγωγούν, μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια, κρύβουν τ’ αληθινά τους πρόσωπα και ψηφίζουν Κ.Κ.Ε., γυρνώντας σπίτι, πλακώνουν στο ξύλο το παιδί τους και δεν ξεχνούν πριν κοιμηθούν, να γελάσουν με τις σφαγές των Πολωνών, βουλιαγμένοι στο πανάκριβο σαλόνι τους, απέναντι στους παραμορφωτικούς φακούς της έγχρωμης, ψηφίζουν Κ.Κ.Ε., παραιτούμαι, να προσέχεις τον εαυτό σου, λυπάμαι, δεν κατάλαβα δυστυχώς πότε πρέπει να ελίσσομαι και πότε όχι, είμαι ανεπίδεκτος μαθήσεως στις πουστιές,

το παραδέχομαι, απέτυχα

παραιτούμαι, αφήστε με, παραιτούμαι

και δεν κατάλαβα γιατί λένε τρελούς αυτούς που αντιστέκονται

αυτούς που διατηρούν τα φυσικά τους ένστικτα

και λογικούς αυτούς που σκύβουνε το κεφάλι

και υποτάσσονται αμαχητί

να μου το εξηγήσει αυτό κάποιος παρακαλώ
τώρα που φεύγω

κι ο ήλιος μου δύει ακίνδυνος

παραιτούμαι, συγγνώμη, δεν κατάλαβα,

το φριχτό γέλιο των ανθρώπων και τα φουσκωμένα από υπερηφάνεια στήθη πάντα με γέμιζαν με μια αίσθηση κενότητας, μελαγχολίας, σαν κάτι να έλειπε απ’ τον κύκλο της ζωής, σαν κάτι νάχε χαθεί, κάποιο πολύτιμο πετράδι που να κλέφτηκε, τώρα που το σκέφτομαι σοβαρά, η ντροπή, ναι η ντροπή, γι αυτή λέω, αυτή έλειπε απ’ το γέλιο, απ’ τη φρίκη, απ’ τα στόματα, απ’ τις καρδιές, απ’ τις σκέψεις, η ντροπή για τις αποτροπιαστικές πράξεις και τις ψυχρές δολοφονίες,

συγγνώμη, συγγνώμη, δεν κατάλαβα, παραιτούμαι,

την αξία του πτυχίου δεν συνέλαβα,

αναλφάβητος, αμόρφωτος, παρηκμασμένος,

έμεινα δίχως Πανεπιστημιακή βεντούζα να επικυρώσω τις γνώσεις μου, η επικύρωση, το λαδόχαρτο, η υπογραφή, να τι μετράει σήμερα, να τι έχει σημασία, όλη μας η ζωή μια επικύρωση πράξεων, μια αλχημεία, συνονθυλεύματα σφραγίδων, πιστοποιητικών, αιτήσεων, βεβαιώσεων, υπογραφών, χαρτιών που μας πνίγουν,

έμεινα αγράμματος, παραιτούμαι, λυπάμαι,

να προσέχεις τον εαυτό σου, δεν κατάλαβα,

στα τραγούδια τους τις μελωδίες παρερμήνευα κι όταν μιλούσα ακατάληπτος, άχρηστα λόγια για φεγγάρια που μπανιαρίζονταν στο σεληνόφωτο και φράσεις ασυνάρτητες για πεταλούδες ταξιδιάρες που έπαιρναν σε κήπους μελαγχολίας, όρκους αιώνιους με Καφκικούς αφορισμούς, φυτά- επαναστάτες, κι έλεγα φθινόπωρα έκστασης πως υπάρχουν στα χρωματοσώματα της Τέχνης αιωρούμενα, τρελός, τρελός,

δεν κατάλαβα, λυπάμαι, παραιτούμαι,

ωρίμασα φαίνεται κι όταν ωριμάζω εγώ πολύ σαπίζω, αθώος ή ένοχος, το ίδιο μου κάνει, το βράδυ να κλείνεις τα παράθυρα και ν’ αγαπάς τον Μίλλερ, τον γέρο-Τσινάσκι και τον Μπέκετ,

συγγνώμη, τον τύπο του επιτυχημένου δεν κατάλαβα, σπαζοκεφάλιασα, μα αδύνατον, με βοήθησαν βέβαια ο καλός οικογενειάρχης, ο αφοσιωμένος σύζυγος, ο πιστός φίλος, ο γεννημένος μπίζνεσμαν, ο αδέκαστος διευθυντής, ο στυγνός επιχειρηματίας, ο πλούσιος κληρονόμος, όμως το αποτέλεσμα μηδέν, επιτυχημένος, αποτυχημένος, που, ποιος, γιατί, όλα μου τα νοήματα θάλασσα ακυβέρνητη, με κυνηγούν μπούμερανγκ στο μαραθώνιο της ζωής κι εγώ ξεφούσκωτο ασκί, θέλω να εγκαταλείψω στο εικοστό πρώτο χιλιόμετρο τη διαδρομή, δεν προπονήθηκα φαίνεται αρκετά και μόνο πλάτες βλέπω, πλάτες που τερματίζουν, χα χα, τα χαμογελαστά ανθρωπάκια με τ’ αυτοκόλλητα χαμόγελα στα χείλη, που σου έλεγα χαμηλόφωνα, Ρυ ντε Κομέρς, αριθμός 31, όροφος πέμπτος, αυτά πάντοτε τερματίζουν γιατί είναι χαμογελαστά, εμένα μονάχα αν με γαργαλίσεις πια θα χαμογελάσω κι αυτό ακόμα έμμεσα, με τεχνητό τρόπο, καταλαβαίνεις τώρα, πολιτισμένα, να ρυτιδώνουν λίγο οι άκρες των ματιών απ’ το σφίξιμο και τα χείλη κλειστά,

συγγνώμη, συγγνώμη, παραιτούμαι,

πάει, αυτό ήταν, κι αν συνεχίσω κινδυνεύω, θα γίνω συγγραφέας και θα πουλάω δυστυχία δυο λέξεις το γραμμάριο, θα κάνω επίσημες εμφανίσεις σε συνεστιάσεις Τέχνης, δίπλα σε τρανούς ποιητές, θα αναγκάζομαι να μιλάω για ερμαφρόδιτο υπερρεαλισμό και δοκιμιογραφικό μετασυμβολισμό, θα τυπώνω πληρωμένες συνεντεύξεις στις εφημερίδες διαφημίζοντας το έργο μου, θα μπω και στο σωματείο για σύνταξη και τότε δε θα βρίζω, οι λέξεις μου θάναι στραγγαλισμένα νήπια σε πορφυρένιο μανδύα κι εγώ θα αναπαύομαι στις αρκετές μου εκδόσεις, θα γίνω πουτάνα και θα εκδίδομαι, αγαπώντας όλο τον κόσμο, θα πρέπει με όλους να τα πηγαίνω καλά, οπωσδήποτε, ευτυχώς ακόμα δεν πουλήθηκα τελείως και κρατάω, 10000 χρόνια την περίμενα την επανάσταση και μ’ έχει στήσει σ’ όλες τις γωνιές, σ’ όλους τους δρόμους, σ’ όλες τις βιβλιοθήκες, σ’ όλα τα πάρκα, σ’ όλα τα εκλογικά τμήματα, σ’ όλες τις κάλπες, σ’ όλα τα σχολεία, σ’ όλα τα σπίτια, σ’ όλους τους κήπους, σ’ όλα τα κρατητήρια, σ’ όλα τα γραφεία, σ’ όλες τις αίθουσες, σ’ όλα τα μπαρ, σ’ όλα τα δικαστήρια, 10000 χρόνια φίλε μου, άφωνος και νευρικός, χωρίς όνομα, ταυτότητα, δικαιώματα, με ένα τσιγάρο στο στόμα, σκίρταγα κάθε τόσο που έβλεπα κάποια να της μοιάζει μες’ στο πλήθος, μα κάποτε τα βήματα απομακρύνονταν και τα ραβασάκια της μήναγαν πως αύριο, όλο αύριο,

αναστολή στην αναστολή το πήγαινε

μάταιος κύκλος, διασκεδαστικός

και φεύγω, φεύγω, παραιτούμαι

συγγνώμη, δεν κατάλαβα

ο Μαγιακόφσκι αυτοκτόνησε

λυπάμαι

δεν θα χρειάζεται πια να κινούμαι

πρόσεχε, θα ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα

και συ θα μ’ αγαπάς.

Έτσι απλά. Αντίο.

Όπως πάνε τα πράγματα, θα με σταυρώσουν.




Σταύρος Σταυρόπουλος



(απόσπασμα από το βιβλίο του "Διαμελίζομαι ", Βασδέκης, 1983)






Παρασκευή 15 Ιουλίου 2016

Το τέλος του έρωτα είναι ο έρωτας




8.
Θα θυμάμαι πάντα το πρόσωπό σου - ένα βατερλό των ματιών. Δέρμα που τσακίζει, όπως σελίδα  βιβλίου που σκοπεύεις να επανέλθεις. Τα φρύδια σηκωμένα, στον ουρανό. Η δικαιολογία του στόματος είναι παγίδα. Στο κέντρο του σαγονιού είναι ζωγραφισμένη μια ελιά. Κάθεται μόνη της εκεί, από τότε, από τώρα, από πάντοτε, σαν κράτος που εγκατέλειψαν ξαφνικά οι πολίτες του.
     Θα θυμάμαι πάντα το πρόσωπό σου γιατί ήταν ένα πρόσωπο ημιτελές που έμεινε στα μπετά όταν όλα τα διπλανά είχαν πουληθεί. Ήταν όμορφο, νυχτερινό, απόκρημνο - ένας τόπος εξαντλητικής νηστείας. Μια οστεώδης κατάνυξη από αμαρτίες και αγιότητες. Και τα μάτια: Δύο καισαρικές τομές. Κάτι ανεπαίσθητες κορυφογραμμές φωτός. Ο χειρούργος πρέπει να ήταν τρελός. Κανείς ποτέ δεν τους έδωσε σημασία.

Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια το πρόσωπό σου γιατί μου φέρνει στο νου τη θάλασσα. Έτσι θα το θυμάμαι πάντα: Ανεξάντλητο.


14.
Είχα μάθει απ' έξω όλες σου τις κινήσεις. Είναι εύκολο, όταν αγαπάς. Σ' ένα νησί του Ιονίου κατάλαβα, για πρώτη φορά, ότι για αντάλλαγμα, σου είχα παραχωρήσει τις δικές μου.

Η μαθητεία μου σε σένα με άφησε ακίνητο.


58.
Έλιωσε η όρασή μου να βλέπει συνέχεια αυτό που δεν είσαι. Σε κοίταζα και ξεφλούδιζαν τα μάτια μου. Η μουσική τους έκαιγε. Μαδούσαν οι βλεφαρίδες.

Σιγά σιγά, ένα μακελειό των ματιών.


85.
Από το ένα σώμα στο άλλο: Παραθαλάσσια διαδρομή. Χιλιόμετρα νύχτες.


91.
Θέλω να σιδερώσω πάλι τη ζωή στη ζωή μου. Ας είναι μεταχειρισμένα τα χρώματα. Ας είναι φθαρμένο το ύφασμα στις πολυθρόνες. Ας καεί ακόμη το φως από κείνη τη χάρτινη λάμπα, αριστερά, όπως μπαίνεις στο φόβο.

Θέλω πολύ να σε αγγίξω ξανά, αλλά φοβάμαι πως θα κοπώ. Το σώμα σου είναι τυλιγμένο με συρματόπλεγμα. Αν μπω μέσα του, θα γίνω καμικάζι αυτοκτονίας.

Το επόμενο κουμπί είναι η έκρηξη.


95.
Το τέλος του έρωτα είναι ο έρωτας.


101.
Κάθε σχέση είναι ένα μνημόσυνο. Ο θάνατός της έχει προηγηθεί.


109.
Με το μαχαίρι στο χέρι χαρακώνω όσα συνέβησαν. Να φύγει το δηλητηριασμένο αίμα. Από το χι του χαράζω.

Δεν υπάρχει ισοπαλία στον έρωτα.




Σταύρος Σταυρόπουλος



(απόσπασμα από το βιβλίο του "Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια", Απόπειρα, 2012)





Πέμπτη 21 Απριλίου 2016

Γιατί είναι νύχτα και η νύχτα είναι κακός σύμβουλος





Πώς γίναμε έτσι πάλι απόψε ρε γαμώτο, κώλος, ποιος φταίει πού φλυαρώ συνέχεια, πού δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου, πού δεν έχω κέφι, πού δεν αντέχω το φως, πού δεν μπορώ να γράψω μια γραμμή πού να μ΄ αρέσει, εσύ φταίς, με κάνεις και παγώνω, προκαλείς τον εγωισμό μου, γεμίζεις τα μάτια μου δάκρυα, εσύ φταίς για όλα, εσύ, εγώ δεν φταίω σε τίποτα. 
   Πόσες φορές πρέπει να σου πω ότι this will never come again, πόσες φορές πρέπει να γράψω στον καθρέφτη με κραγιόν τη λέξη τέλος, πόσα τσιγάρα πρέπει να ανάψω ακόμα ανάποδα, πόσες φορές θα βρίσουμε ακόμα ο ένας τον άλλον, αφού κατά βάθος αγαπιόμαστε, αφού το ξέρεις, αφού κρυώνεις, αφού οι παλιές αγάπες πάνε στον Παράδεισο, γιατί δεν πάμε, γιατί τα χάνεις, hasta siempre, χάσαμε το μπούσουλα, κρίμα, κρίμα, καλά, δεν σου ‘μαθε τίποτα ο Νικολαίδης; η σκηνή απ΄ το μάθημα τής ανατομίας; δεν σου ‘μεινε τίποτα απ΄ αυτά πού σου ‘λεγα μέχρι χθες; δεν έμαθες ακόμα ότι αγάπη και μίσος είναι δύο όψεις τού ίδιου νομίσματος; Μήπως έχουμε χωρίσει και δεν το ξέρουμε; Πόσες φορές πρέπει να ακούσω ακόμα το dust in the wind για να ξημερώσει; Αξημέρωτη νύχτα η ζωή, αξημέρωτο κι αυτό το τραγούδι των Kansas, με παίρνει συνεχώς από κάτω κι εγώ συνεχίζω να το βάζω συνέχεια για να μου θυμίζει εσένα, οι χορδές τού βιολιού σπάνε τις δικές μου, κάνουν κομμάτια τις ισορροπίες μου, τι ψάχνω άραγε να βρω; να δω; να πω; γιατί τα γράφω όλα αυτά σήμερα; γιατί είναι winter time και ακούω Steve Miller; γιατί θα είσαι πάντα η μικρή μου Αngie και everywhere i look i see your eyes; γιατί no one like you όπως λένε οι Scorpions; γιατί είναι νύχτα και η νύχτα είναι κακός σύμβουλος; σε ποιους πράγματι απευθύνονται; σε πρώην αριστεριστές, νυν αναγνώστες τού Βήματος και τής Κυριακάτικης Καθημερινής; σε μέλη τής επιτροπής για την σωτηρία τής πόλης; σε διανοούμενους πού αποβλήθηκαν απ΄ τις ακαδημίες γιατί ήταν λέει τρελοί; σε οπαδούς τής ροκ πού αποπειράθηκαν εφτά φορές να αυτοκτονήσουν; σε θαμώνες καλλιτεχνικών καφενείων; σε φανατικούς θεατές ταινιών τού Βέντερς; σε θλιμμένους ακροατές τού Rock FM; σε σένα; ποιος παίζει σ΄ αυτό το έργο; τι έργο είναι αυτό; είναι πρόζα ή ποίηση; ή μήπως είναι μουσική τού δρόμου, χειμωνιάτικη ιστορία, ελεγειακό ποίημα, χρονικό για το ροκ τής χαμένης μας αθωότητας; θα μελοποιηθεί απ΄ τον Keith Jarrett και θα κυκλοφορήσει στην ECM; ή θα γίνει ταινία πού το soundtrack της θα μείνει δέκα εβδομάδες στο νούμερο 1; θα πάρει χρυσό αγαλματάκι στις Κάννες; θα μεταφραστεί στα Ισπανικά; υπάρχει σκηνοθέτης να την γυρίσει ή πρέπει να βρω τον Αλμοδοβάρ; πλοκή; συγκεκριμένα πλάνα; κάστ ηθοποιών; ποιος κάνει κουμάντο εδώ ρε γαμώτο; να ειδοποιηθούν αμέσως οι αρχές, άσε, αύριο, αύριο κιόλας θα αλλάξω την διανομή, θα κάνω οντισιόν, ακροάσεις και τέτοια, θα είμαι ήρεμος, θα διαλέξω τις καλύτερες, θα τις κρίνω αυστηρά και με προσοχή, αντικειμενικά, όλες θα τις παίζεις εσύ, όλες, εντάξει μωρέ, ανακωχή, προσωρινή παύση εχθροπραξιών λευκή πετσέτα πώς το λένε, έλα, πάρε τσιγάρο, πάρε, εγώ θα πάρω πάλι τ΄ αρχίδια μου. 




Σταύρος Σταυρόπουλος




(απόσπασμα από το βιβλίο του, Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου, Απόπειρα, 2002, 2004)




Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

Αναπηρική







Η σύνταξη στην αγάπη ήταν πάντα αναπηρική.


Σταύρος Σταυρόπουλος





Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2015

Πιστεύεις στους χωρισμούς; (σκηνή δεύτερη)



(...)
Μετά σκεπάστηκαν όλα από μια απορία. Τα προηγούμενα γράμματα μουρμούριζαν τέλος. Η στίξη είχε χαθεί. Τίποτε δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει με την περούκα του ηθοποιού. Η ερμηνεία, όσο καλή και να είναι, κάποτε τελειώνει.

Εκείνος είπε: Δεν είναι αλήθεια ότι συμβαίνουν αυτά.

Εκείνη είπε: Σημασία έχει να υποκρίνεσαι.

Εκείνος είπε: Τι κάνεις όταν σβήνεις; Πώς παραμένεις ορατή;

Εκείνη είπε: Είμαι μόνο ένα μάτι. Δεν βλέπει. Δεν βλέπομαι.

Εκείνος είπε: Εγώ σε είδα. Βρήκα ένα ανοιχτό σώμα. Ένα μεθυσμένο μυαλό.

Εκείνη είπε: Τίποτε από μένα δεν φαίνεται.

Εκείνος είπε: Κάθε άνθρωπος είναι ένας μικρός λαός που μυρίζει λάθος σάρκα από λάθος αγγίγματα.

Εκείνη είπε: Αν δεν παίξω, θα τρελαθώ. Έχω γεμίσει φονιάδες. Και κατευθύνονται προς το μέρος σου.

Εκείνος είπε: Ας τους. Κατευθύνονται χωρίς λύπη.

Εκείνη είπε: Όταν γεννήθηκα, πέθανα. Έμεινε αυτό το λιγνό σώμα. Που λιγοστεύει.

Εκείνος είπε: Ανέβηκα τις κερκίδες για να χορέψω, αλλά ήταν σπασμένες οι μασχάλες σου.

Εκείνη είπε: Ο ουρανός είναι εναντίον μου. Όλα τα φιλιά είναι σκεπασμένα με στάχτη.

Εκείνος είπε: Η αγκαλιά σου είναι ένα μαραμένο απόγευμα. Ένα κρεμασμένο κοστούμι στο δωμάτιο. Μια αλλαξιά δεμένα χέρια.

Εκείνη είπε: Κοίτα. Κάθομαι στα βράχια. Θα μου κάνεις κακό;

Εκείνος είπε: Είσαι φωτογραφία. Όταν γίνεις ζωή, θα σου φυσήξω μουσική. Να την αντέξεις.

Εκείνη είπε: Πες μου, πιστεύεις στους χωρισμούς;

Εκείνος είπε: Πιστεύω στο φως. Και στην αποδεκατισμένη σιωπή.

Άρχισαν τότε όλα να επιστρέφουν στο μέρος όπου γεννήθηκαν. Ο κόσμος ήταν στην αρχή ακατοίκητος, μετά καινούριος. Εγκαταστάθηκε σε μια μοναξιά και από εκεί ξεκινούσε.
Σαν σημαδούρα επέπλεε το παλιό για να δείχνει το νέο που έρχεται.




Σταύρος Σταυρόπουλος


Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Διαγωγή κοσμία





Αγκυροβολημένος μέσα σου
Στο ενυδρείο των χαμένων χαδιών
Γερνάω πάλι τη γλώσσα μου
Μπερδεύω τη γεύση σου
Με το μισοσκόταδο του χαρτιού
Εκείνης της χρωματιστής ομίχλης
Στο Πήλιο

Πριν πνιγώ στο μελάνι σου
Λουλουδιάζεις

Η σάρκα έχει πανσέληνο σήμερα



Σταύρος Σταυρόπουλος

(ποίημα από το βιβλίο του "Δυο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις", Μεταίχμιο, 2009)







Κυριακή 26 Απριλίου 2015

10 πιθανοί λόγοι για τους οποίους απουσιάζει ο έρωτας




1 - Είχε πάει για γουήκ έντ στο Λουτράκι και λόγω ομίχλης προτίμησε να παραμείνει εκεί. Είναι γνωστό το ενδιαφέρον που τρέφει ο έρωτας για την ομίχλη. Του περιορίζει την όραση και αυτό του φτάνει. Αφού τις ελάχιστες φορές που κατορθώνει να δει, φοράει γυαλιά. Για να θυμάται την ομίχλη. Και την ικανότητα του Πεσσόα στις μάσκες.

2 - Κουράστηκε να είναι μεγάλος και αιώνιος, να παριστάνει τον Ενεστώτα, να λέει ότι ένα και ένα κάνουν ένα, να τσακώνεται με τον Ρολάν Μπάρτ, να συχνάζει σε εφηβικές παραλίες της άγονης γραμμής. Βαρέθηκε να διαβάζει ότι δεν υπάρχει και είπε να κοιτάξει λιγάκι την καρδιά του. Αλλά δεν είχε και τελικά αυτοκτόνησε.


3 - Ο έρωτας κατάλαβε ότι για να υπάρχει δεν αρκεί να επιτυγχάνει αυτός. Πρέπει να αποτυγχάνουν και οι άλλοι. Συνειδητοποιώντας ότι δεν αρκεί να είσαι προδότης ή τρελός, αλλά σημασία έχει να παραμένεις άρρωστος, κρύφτηκε στα λεξικά των σπιτιών. Έκτοτε τον συναντάμε κυρίως ως λήμμα. Απόβλητο. Ή ως εγχειρίδιο οδύνης. Για την ερμηνεία της ντροπής.

4 - Δοκίμασε στη Νάξο, το νησί των ονείρων του, κρεμμυδόσουπα με μπαχαρικά για να συνεχίσει να κλαίει με συνέπεια, αλλά τελικά δηλητηριάστηκε. Διακομίστηκε στο κοντινότερο νοσοκομείο όπου και παραμένει στην εντατική. Στην αίθουσα της απολύτου εμπιστοσύνης του.

5 - Αποδέχτηκε πρόταση που του έγινε για να κάνει καριέρα ηθοποιού στο ραδιόφωνο. Εκεί, άλλωστε, βρίσκεται και το μυστικό της επιτυχίας του. Εικάζεται ότι από τότε παίρνει τους ρόλους τον ένα μετά τον άλλον. Το πρόβλημα ήταν και παραμένει στο κάστιν.

6 - Άκουσε το «Do you love me?» του Nick Cave και μεταμορφώθηκε σε τζάνκι της πλατείας (Love is the drug) για να εξασφαλίσει τη δόση του. Αυτό που έβρισκε δεν του φαινόταν ποτέ αρκετό και έτσι πέθανε από στερητικό σύνδρομο. Μόνος, όπως αξίζει στους ψεύτες, όπως αξίζει στους δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα, στους υπάρχω μόνο για να σε βλέπω, στους αιώνιους μασκοφόρους της αληθινής ζωής.

7 - Αποφάσισε να γίνει μητέρα (κοιτάζοντας το συμφέρον του) και να μείνει με την οικογένειά του. Αυτή που ποτέ δεν είχε.

8 - Επειδή είναι πολυμήχανος, πολυτάλαντος, πολυάσχολος και πολυσχιδής, επέλεξε να διατηρήσει την ψεύτικη θέση του στις σελίδες των βιβλίων και στα κινηματογραφικά πλατό και απεσύρθη της πραγματικότητας, μένοντας λίγος. Ούτως ή άλλως μ' αυτήν δεν είχε και ποτέ τις καλύτερες σχέσεις. Όσο για το λίγος, πάντα τόσος ήταν.

9 - Κάποιος του είπε να διαβάσει κάνα βιβλίο για τον έρωτα μπας και βγάλει κάποιο συμπέρασμα κι εκείνος προσβλήθηκε: «Μα, εγώ είμαι ο έρωτας» είπε, για να εισπράξει αμέσως την απάντηση: «Γι' αυτό ακριβώς στο λέω: επειδή εσύ είσαι ο έρωτας. Κι εγώ είμαι ο Μέγας Αλέξανδρος».

10 - Απλώς είχε πάει κάποτε διακοπές στη Σαντορίνη, κοντά στο ηφαίστειο. Τώρα θα περιμένει να τον ανελκύσουν, για να βυθίσει και τους υπόλοιπους. Όσους, τέλος πάντων, απέμειναν να κολυμπούν ζωντανοί.



Σταύρος Σταυρόπουλος




Σάββατο 4 Απριλίου 2015

Διορθωτικές κινήσεις




η φωτιά
διορθώνει τον κόσμο

ό,τι υπήρξε πριν τον άνθρωπο
θα υπάρξει ξανά

μπορεί



Σταύρος Σταυρόπουλος

(απόσπασμα από το βιβλίο του "Μετά", Απόπειρα, 2012)




Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Αίμα








Ήθελες να εξηγήσεις το νόημα
Σ’ ένα ακατόρθωτο σύμπαν
Και αποσύρθηκες
Με τα πλησιέστερα πρόσωπα
Μιας τέτοιας συνοδείας
Ενώ το φίδι
Ένευε κατευναστικά
Στην απάτη

Ίσως το πήρες και αγκαλιά
Εκείνες τις πρώτες νύχτες
Για να αντικαταστήσεις
Τον κόσμο που έλειπε
Με επείγον δέρμα
Το δηλητήριο στην αρχή είναι γλυκό
Μουδιάζει ο θάνατος

Ήμουν εκεί όταν άλλαζαν τη δοσολογία του
Τις ώρες που η πραγματικότητα
Δεν υποχωρούσε
Όχι για το μέλλον
Δεν υπάρχει κανένα μέλλον
Στους νεκρούς

Αλλά για να μη μένει η καρδιά μόνη της

Δεν είναι ανάγκη να σκέφτεσαι τον Βαν Γκογκ
Ή την κυνηγετική καραμπίνα του Χέμινγουεϊ
Δεν χρειάζεται ούτε η τραγωδία
Που έζησε ο Νίτσε
Στο αρχαίο νησί Νάξος
Μετά την προδοσία της Αριάδνης
Είναι ανυπόφορο να είσαι ο Αρτώ
Και να μην μπορείς να κατευθύνεις
Τους ηθοποιούς σου
Στο θέατρο της σκληρότητας
Επειδή ο Λακάν στο άσυλο
Άλλαξε απλώς χέρια

Καμιά φορά σε βλέπω
Κατεβαίνεις το δρόμο προς το βιβλιοπωλείο
Με όλο τον εγκόσμιο φόβο σου
Για να με συναντήσεις

Φοράς το χακί φόρεμα
Τα τελευταία δυο κουμπιά ανοιγμένα
Σαν ερωτευμένες βεντάλιες
Έχω μικρύνει τόσο πολύ
Που δεν με βλέπεις
Μια τέλεια απομίμηση του εαυτού μου

Σκουπίζω τη σέλα της μηχανής
Για να ανέβεις
Μαθαίνω να μιλάω στα δάχτυλά μου
Μετά τα κόβω
Και τα βάζω για ύπνο στον κόλπο σου
Με άγνωστα όνειρα

Γράφω
Γιατί δεν μπορεί να συμβεί
Τίποτε άλλο
Εκτός από αυτό

Το αίμα



Σταύρος Σταυρόπουλος


(από το βιβλίο του "Ολομόναχοι μαζί", Σμίλη, 2014)

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Αναγνώριση





Τα μάτια σου δεν κοιτούν πουθενά
Βουβοί γερανοί με πράσινες άκρες
Ασαφή σαν χαλασμένα ρολόγια
Που προσπαθούν να θυμηθούν
Την ώρα τους

Πρέπει να σταματήσω αυτό το ατύχημα
Γιατί ο κόσμος θα εκραγεί
Όλο και περισσεύουν νεκρά όργανα
Πώς με λένε θυμάσαι;
Πώς με λένε θυμάσαι;

Έχω ένα μεγάλο κενό
Τη νύχτα
Εκεί που πάω να το τυλίξω
Σαν επιτραπέζιο παιχνίδι
Χωρίς κεφάλι
Ξεπροβάλλει η γύμνια σου

Αβάσταχτο λάδι η θάλασσα
Απέναντί μου
Είμαστε υπερβολικά μικροί
Για να τη χωρίσουμε
Όμως αν σκύψεις
Γονάτισε
Μπορείς να ακούσεις το κύμα
Να τρέχει στα αυτιά μου
Θυμάσαι τώρα ποιος είμαι;
Θυμάσαι τώρα ποιος είμαι;

Θυμάσαι τώρα ποιος είμαι;

Ο κόσμος κάποτε έφυγε
Η ηλικία του χάθηκε
Στην απόφαση του θανάτου του για να ζήσει
Την τελευταία φορά που τον είδα
Παραμερίζοντας στα ασκέπαστα πόδια σου
Ένα δειλό καθυστερημένο συγγνώμη
Ήταν κόκκινος
Με ανοιχτό στόμα
Σαν έκπληκτη έρημος

Από τότε ο γάμος μου με τους δρόμους
Έζησε ευτυχισμένες φορές
Το όνειρο του αναντικατάστατου
Συμβιβάστηκε
Από τα άσπρα κρεβάτια των χαμένων
Σε απελπισία σιωπής
Κρεμάστηκα μια φορά
Από ένα νήμα
Αλλά δεν τα κατάφερε
Εγώ έζησα
Εκείνο κόπηκε

Έκανα και παιδιά
Μεγάλα μπουκάλια με στενό λαιμό
Αγγέλους της ερημιάς
Σαν του Κέρουακ

Τα αφήνω στα παγκάκια
Εκεί που υπάρχει φως
Δίπλα σε ανοιχτές αχιβάδες
Όλο και κάποιος θα τα δει
Εγώ δεν μπορώ να τα μεγαλώσω
Ξέρω ότι πρέπει πρώτα
Να μεγαλώσω εσένα

Θυμάσαι τώρα ποιος είμαι;



Σταύρος Σταυρόπουλος

(από το βιβλίο του "Ολομόναχοι μαζί", Σμίλη, 2014)



Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014

Περί αγγέλων






Περιμένω να συναντήσω τον επόμενο "άγγελο". Θα τον γνωρίσω απ’ τα καμένα μαλλιά. Αν δεν περάσει, θα τον σχεδιάσω εγώ. Θα τον γράψω σε ένα χαρτόνι και θα το κρεμάσω στον ουρανό. Να φαίνεται η προδοσία του.
Σ.Σ.

(από το βιβλίο του "ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ", Οξύ, 2011)


Από που πέφτουν όμως οι άγγελοι;

Σ.Σ.


...απ' το μυαλό του ανθρώπου μόλις απεκδυθεί την παιδική του ηλικία, τη μόνη ηλικία, και γίνει μεγάλος...γιατί οι άγγελοι δεν ζουν εκεί που η ζωή προσποιείται πως ζει, ζουν στον κόσμο ζωή, όπου όλα έχουν πλαστεί με αλήθεια, φως και αγάπη, όπου όλα είναι σαν Θεός. Γι' αυτό σας λέω, αν υπάρχει επιστροφή, πάμε να ζήσουμε εκεί...η ζωή εδώ πέθανε.

Ε.Α.



Το μόνο υπόλοιπο είναι Θεός. Και ευτυχώς. Ναι, η ζωή εδώ πέθανε.

Σ.Σ.


Σταύρος Σταυρόπουλος - Ερασιτέχνης Άνθρωπος


Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

Άδικο αίμα




Γιατί
Τόσα
Βλέμματα
Ψέματα
Για
Ένα
Αίμα
Προκαταβολικά
Χαμένο;


Μηδέν

Ρέζους

Ερωτικόν


Γιατί
Τόσος
Άδικος
Θάνατος
Στο
Φλιτζάνι;


Σταύρος Σταυρόπουλος

(αναδημοσίευση από το προσωπικό του blog: http://sstavropoulos.blogspot.gr/2014/07/blog-post_8.html)


Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014

Ό,τι περίσσεψε απ' τις φωτογραφίες





Έκλεισες το τηλέφωνο

Κρυμμένη καλά
Πίσω απ' τη δόξα του ακουστικού
Που όσο πήγαινε ξέφτιζε σε παράσιτα
Κι απόμεινα να αντιμιλάω
Σε ένα μονότονο του του
Με τις παλιές μου λέξεις
-Όσες περίσσεψαν απ' τις φωτογραφίες-
Να κυλούν σαν κρίνα
Από τα αμίλητα σύρματα

Μεταξύ μας

Όλο αυτό ον καιρό
Δεν παριστάνω τον θλιμμένο

Απλά καμιά φορά


Αναρωτιέμαι αν υπάρχεις



Σταύρος Σταυρόπουλος


(ποίημα από το βιβλίο του "Δύο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις", Μεταίχμιο, 2009)






Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια




6.
Στον αληθινό έρωτα δεν υπάρχει ντροπή  η ψυχή σκεπάζει το σώμα. Υψηλές θερμοκρασίες αναπτύσσονται - ένας ήλιος ναυαγοσώστης. Όλοι οι χειμώνες έχουν αποβληθεί.
Μετά, απλώς κουράζεσαι να είσαι νεκρός.

Να ταξιδεύεις με πεθαμένους.


15.
Κοιτάζαμε το θαύμα στα μάτια, χωρίς να μπορούμε να το εξηγήσουμε. Παρίστανε την ανάσταση. Σ' ένα στρογγυλό δωμάτιο με σκοτωμένους λύκους, το σύμπλεγμα των κορμιών μύριζε φρεσκοκουρεμένο γκαζόν.

Να δεις που στο τέλος θα καταλήξουμε να αγαπάμε τους πεθαμένους.


32.
Λεωφόρος Μαραθώνος. Αρτοποιία-Ζαχαροπλαστική, "Ο Γέρακας". Πρωί. Μετά την πρώτη νύχτα στο Μάτι. Κρουασάν και τυρόπιτες. Είμαι ιδρωμένος, με κοιτάζεις. Δεν υπάρχουν και πολλά να δεις. Μόνο λέξεις. Η αλήθεια συχνάζει στα βλέμματα. Και τα δικά μας είναι ερωτευμένα.

Μυρίζει ανυπαρξία.


Σταύρος Σταυρόπουλος

(αποσπάσματα από το βιβλίο του "Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια", Απόπειρα, 2012)




Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

Ένωση




I.

Απόψε μην απομακρυνθείς

Η γη έχει αρχίσει να χάνει την βαρύτητά της
Τα πάντα αλλάζουν θέση σχέση απόσχιση
Δεν ξέρω αν πρέπει να φοβάμαι
Δεν ξέρω αν έμαθα ποτέ να μην φοβάμαι

Απόψε μην απομακρυνθείς

Η νύχτα έγινε φέρετρο κάτω απ' τα σεντόνια
Τα δάχτυλά μου αρχίζουν να μοιάζουν με μάρμαρο
Το πρόσωπό μου παίρνει την όψη
Μισοτελειωμένου γλυπτού

Απόψε μην απομακρυνθείς

Μείνε να τελειώσουμε μαζί
Αυτό που δεν ζήσαμε
Μείνε για το τελευταίο σινιάλο

Έτσι κι αλλιώς ποτέ κανείς δεν θα μάθει
Τι γεύση έχει το φιλί των εραστών

Όταν πεθαίνουν ζωντανοί



II.

Απόψε δεν θα απομακρυνθώ

Θα μείνω εδώ
Να σκαλίζω με τα δάχτυλα
Το σχέδιο του κορμιού σου
Μέσα σε μια ερεθισμένη κίχλη φωτός
Θα μείνω εντός
Στην κοιλότητα των θηρίων σου
Καθένα απ’ αυτά γεννιέται στο πλάι
Με τις μικρές περισπωμένες του περασμένου αιώνα

Σε ποιο απ’ τα κεφάλια μου
Να σε χωρέσω;

Απόψε δεν θα απομακρυνθώ

Ποτέ μου δεν είχα τα χέρια
Ποτέ δεν ήξερα να βουλιάζω οδούς
Αλλά ακόμα και να το μάθαινα
Θα κατέστρεφα με τα νύχια μου τον δρόμο
Για να περνάμε μόνο εμείς
Ακέφαλοι
Από το λίγο των άλλων

Μόνο εμείς
Έξω απ’ το βλέμμα

Απόψε σήμερα αύριο μετά
Σε δέκα μοναδικά χρώματα
Σε εκατομμύρια ανεκτέλεστες αγκαλιές
Σε πεντέμισι χιλιάδες αιώνες

Δεν θα απομακρυνθώ

Πώς μπορεί κανείς να απομακρυνθεί
Απ’ το αναπόφευκτο δέρμα;

Γίνε εγώ
Θα μείνω εμείς
Μέσα στον ανελέητο κουρνιαχτό των άλλων
Μείνε εκεί που είσαι
Ακίνητη

Σε καρπώ
Σε είμαι
Σε θεώ με τα όργανα του τυφλού
Σε στρέφω σε διονυσιακό βάθρο
Σε κόσμος

Και με φεύγεις
Με ερείπια αγάπης
Και με φοράς στην πράσινη κλίμακα
Ευχαριστώντας το φως
Και με βρέχεις

Θα σε πάρω ολόκληρη
Με την θάλασσα ενός σχοινοβάτη

Απόψε μην απομακρυνθείς

Σε ελάχιστους καιρούς από σήμερα
Η σταγόνα θα είναι μια
Στο προσκήνιο του ωκεανού

Το νερό έχει ήδη φτάσει

Στα πόδια μας


[Όταν με ξεκολλήσεις απ’ τα στήθη σου βάλε εκείνο το μαύρο χρώμα στο παράθυρο που ταιριάζει στη μοναξιά. Χωρίς άλλες λέξεις. Στη σιωπή δεν μιλούν – μόνο αναπνέουν οι αγωνίες]



Μαρία Χρονιάρη – Σταύρος Σταυρόπουλος


(Από το βιβλίο τους "Ασκήσεις Ύφους" που ετοιμάζεται.
Αναδημοσίευση από το http://sstavropoulos.blogspot.gr/2014/05/blog-post_16.html)


Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

Μεξικάνικη κουβέρτα




η ποίησις είναι ανάπτυξις
ανιόντος θανάτου
ίσως και κατιόντος
αφού όλα τα πράγματα
στη ζωή
είναι είτε ανιόντα
είτε κατιόντα
όπως τα ποιήματα

θα μπορούσε κανείς εδώ να σκεφτεί
τους παλμούς μιας γυναίκας
σε όλες τις ηλικίες του έρωτα
ή έναν έρωτα
σε όλες τις ηλικίες μιας γυναίκας

αν δεν υπήρχε
το μεγάλο μπέρδεμα
για το πόσο θάνατο
περιέχει η ζωή
ή πόσες ζωές μαζί
ευθύνονται αποκλειστικά
για έναν και μόνο θάνατο
μιας γυναίκας

δυστυχώς όμως
τα ποιήματα
εις μάτην της ματαιοδοξίας τους
δεν είναι θέμα παλμών
ούτε καν ηλικίας

όπως δεν είναι και θέμα ζωής
ή θέμα θανάτου

αλλά μόνον ίσως
λίγων γραμμών
γυναικείων φυσικά
και αυτών υπό αίρεση

αν εν τω μεταξύ εσύ
δεν ξυπνάς δίπλα μου
κάθε πρωί
και δεν στερεώνεις
με τα πελώρια μάτια σου
τον κόσμο
κάτω απ’ το μαξιλάρι μου

στο κάτω κάτω της γραφής
ή στο πάνω πάνω
ποιός χέστηκε αν τα ποιήματα
ανεβαίνουν
ή κατεβαίνουν

αφού αυτό εδώ
το τελευταίο

γραμμένο τη στιγμή ακριβώς
που ανεβαίνουν
και κατεβαίνουν ζωές
που ανεβαίνουν
και κατεβαίνουν τα μάτια σου

δεν ανήκει σε μένα
όπως ενδεχομένως
δεν μου ανήκει τίποτε άλλο πια
εκτός από εσένα
και μια μεξικάνικη κουβέρτα

για να προσεύχονται
τα γόνατά μας
σαν ψάρια
μέσα σε ένα αξεδιάλυτο δίχτυ

δεν ανήκει σε μένα

αφού ποτέ εγώ
τόσο εσύ

ποτέ ξανά εγώ
τόσο χρυσαφένιος απ’ τα μαλλιά σου

αλλά στον Παναγιώτη Γαλανόπουλο
και ίσως
στον Σαλβαντόρ Νταλί
που κάποτε συναντήθηκαν
σε νεαρά ηλικία
στο κέντρο της Βαρκελώνης

και ενώ ο ουρανός
έβρεχε ποιήματα
και ζωές
και παλμούς
και θανάτους

ο πρώτος
πήρε κούρσα τον δεύτερο
με το άρρωστο φιατάκι του

την ώρα που οι γραμμές του κόσμου
όλου του κόσμου
όλου αυτού του λεγόμενου κόσμου
του χάριν συντομίας κόσμου

είχαν προσωρινά σβήσει
μέσα στα πράσινα μάτια σου

κι εγώ
ήμουν φυσικά

όχι εσύ
όχι ακόμα εσύ

νεκρός

κάτω απ’ τα συντρίμμια
μιας
μεξικάνικης

κουβέρτας


Σταύρος Σταυρόπουλος


(αναδημοσίευση από το blog του http://sstavropoulos.blogspot.gr/2014/03/blog-post_29.html)



Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Κοσμικός Νους





Χρησιμοποίησα την μαγική μου ηλικία

Για να ξεπεράσω τα όρια
Ενός αξεπέραστου κόσμου
Κρυμμένου
Μέσα σε άδικα βρύα

Έμειναν κάποια τραγούδια
Σαν ξέφτια
Μισές μελωδίες στο συρματόσκοινο
Μαζί με τα άπλυτα εσώρουχα
Του τελευταίου αυτόχειρα θεού

Οι μεταχειρισμένες αγάπες
Πήγαν όλες μαζί
Στον παράδεισο
Αφού πρώτα πέρασαν από την κουζίνα μου
Τηγανίζοντας
Τις φιλήδονες ζωές μας
Σε μια παράξενη ελληνική πόλη

Οι λέξεις των ποιητών
Έχασαν τα δάχτυλά τους
Από το κοφτερό σαν μαχαίρι μυαλό
Ενός μικρού κοριτσιού

Και γύρισε ο χρόνος πλευρό
Και πέθανε

Οι σοφοί λένε
Ότι είναι ανώφελο να προσπαθείς
Να αλλάξεις τη φορά της καταιγίδας

Όμως η έκσταση
Συνεχίζει να ζει
Κάτω απ’ τις κουρτίνες
Αυτής της γης

Απλώνεται

Βάφει το επόμενο φεγγάρι
Και το μεθεπόμενο
Με τα χρώματα
Ενός ανικανοποίητου λύκου

Μέσα στα δόντια του
Ασπρίζουν θολά
Οι καινούργιες πόλεις

Τα φώτα τους
Δείχνουν τον δρόμο

Πρέπει να τον βαδίσω
Παραμερίζοντας τα νεκρά σώματα
Πρέπει να τον φτάσω
Ως την ψυχή

Είμαι μόνος με αυτό το αγέννητο έθνος

Είμαι το ανεπαίσθητο ρόδο
Της ένωσης δυο διαφορετικών φυλών
Είμαι ο μονός έρωτας

Της άσεμνης φαντασίας μου



Σταύρος Σταυρόπουλος


(αναδημοσίευση από το προσωπικό του blog: http://sstavropoulos.blogspot.gr/2014/01/blog-post_15.html)




Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Το κενό η σωτηρία





Η σωτηρία θα έρθει με το κενό.

Με τον εκμεταλλεύσιμο χώρο που αφήνει πάντα ένα κενό όταν εμφανίζεται.



Σταύρος Σταυρόπουλος

(απόσπασμα από το βιβλίο του "Καπνισμένο Κόκκινο", Σμίλη, 2013)





Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Καπνισμένο Κόκκινο




Το ερώτημα της ζωής και της ύπαρξης ήταν εξαρχής συνδεδεμένο με το τέλος του. Εκκινώντας από αυτό το τέλος και χρησιμοποιώντας ως καταχρηστικό φακό του την διατύπωση του Alain Badiou ότι ο άνθρωπος είναι μια αθάνατη ενικότητα, ο αφηγητής αυτού του — σαν τελευταίο — βιβλίου προσπαθεί να αναπλάσει έναν αποπλεύσαντα κόσμο από το δικό του μηδέν. Θέλει να παραστεί σαν μοναδικός μάρτυρας απογραφής του είδους που θα προκύψει, παρατηρώντας τα γεγονότα να συμβαίνουν. Από μια φλεγόμενη θέληση. Με τα μάτια να παραληρούν.

Υπάρχει μια τεράστια εμπλοκή της θάλασσας. Ένα γυναικείο ερωτικό πορτρέτο. Μια υφέρπουσα νεκροφάνεια. Το νερό θα γεννήσει, με τον δικό του εκλεπτυσμένο τρόπο, σαν πίδακας, τη νέα ζωή. Θα υπάρξει εκεί, ανεπανάληπτα, με αχρησιμοποίητη σάρκα. Θα προέλθουν πατημασιές αθώες, δώρα του κόσμου σαν χνάρια παλιά. Και μέσα στην αμαρτία.


Τελικά η θάλασσα, από χτισμένος τάφος υγρός, θα σκαρφαλώσει σε απέραντη μονάδα ζωής, εξαγνίζοντας την υποκειμενική μήτρα. Η έκσταση θα γεννήσει επιθυμία. Η επιθυμία, ως παιδικό πείσμα, θα γίνει ο χορός μιας τραγωδίας που ολοκληρώνεται. Ο ανθρώπινος θρίαμβος θα δοθεί απ’ τη θάλασσα, αλλά και εντός της.


Το τέλος μπορεί να έχει συμβεί ήδη αλλού. Πριν.
Όμως εδώ είναι η αρχή του.


Σταύρος Σταυρόπουλος



Την άλλη βδομάδα στα βιβλιοπωλεία, από τις εκδόσεις Σμίλη.


(αναδημοσίευση από το http://sstavropoulos.blogspot.gr/2013/11/blog-post_6.html )