Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιήματά της. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιήματά της. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Απριλίου 2018

Ανθισμένες κερασιές του Απρίλη





Σε ξύπνησα. Συγχώρεσε με, αγάπη μου. 
Ήθελα να πάρω τη γεύση από τη σάρκα σου. 
Συγχώρεσε με. 
Είμαι η υπόσχεση της Άνοιξης που άγγιξε το στήθος σου. 
Ολόιδιος Χειμώνας. 
Δεν ήμουν εγώ. Ήταν το ποίημα που στόλισε τα μαλλιά σου 
κι ανέσυρε από το σκοτάδι τον ήλιο και τον έβρεξε στη θάλασσα
Σε αναπνέω.
Στάζει το φως μέσα στο στόμα μου. 
Δεν ήμουν εγώ που σε τραυμάτισα. 
Ήταν ο ήλιος του μεσημεριού που κούρνιασε στη χούφτα μου κι εγώ σε αγκάλιασα. 
Και μάτωνες. 
Τότε κατάλαβες πως πληγώνει τόσο φως.
Είπε ο ποιητής και έφυγε.




Ιωάννα Ευθυμιάδου



Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

Ήταν κι η στέρηση σύντροφος




Ο στίχος που πασχίζει να μιλήσει τώρα τον αρνιέμαι
μ' έχει πλήξει με σιωπή επτά ολόκληρα χρόνια
μονάχα εσύ υπάρχεις στον οποίο θέλω να διηγιέμαι ατελεύτητα τον εαυτό μου
να φωνάξω να ουρλιάσω μέχρι θανάτου να σαλέψω τη γλώσσα μου μες στον παραλογισμό μου 
έως που να φθαρεί το φίμωτρο που εσύ είσαι 
είσαι συ και συ και συ και ακόμα δεκαριά συ τι ξέρω χίλια συ

όλα τα συ που επικαλούμαι ή όλα τα συ
με τα οποία συζητάω και όλα τα συ που παρεμβαίνουν
μες στους διαλόγους μου
περιδέραιο από συ τ' αγγίζω χάντρα χάντρα
το ταβάνι
το φως
κάποιο ορισμένο μπάνιο στη Σκόπελο
μια δεκαριά πρόσωπα αγαπητά και κοντινά πολύ
ή το σεντόνι του κρεβατιού μου
ή κουρτίνα
το ραδιόφωνο
και ανεξάντλητες οι φλέβες που ρέουν πάνω στις σελίδες
για να με αρδέψουνε
υπάρχουν και μερικά συ που είναι πολύ ειδικά εγώ


Μάτση Χατζηλαζάρου


(ποίημα από το βιβλίο "Ποιήματα 1944-1985", Ίκαρος)






Παρασκευή 26 Ιανουαρίου 2018

Το ταξίδι της Ο


Σχετική εικόνα



Καθώς τελειώνει τη δουλειά
τα Σάββατα, μετά τις δύο
περνάει απ' τα τουριστικά γραφεία
Όταν δεν βλέπουν οι πράκτορες
σκίζει απ' τα περιοδικά
νησιά και λίμνες
Έχει γεμίσει τις τσέπες της
με προορισμούς προΠτωτικούς
Συνθέτει άλμπουμ/Κάνει οικονομίες

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΘΑ ΦΥΓΩ

Μέχρι στιγμής
έχει κοπεί πολλές φορές
από σελίδες illustration



Νίκη Χαλκιαδάκη 


(ποίημα από το βιβλίο της "Ανάσκελη με πυρετό", Μανδραγόρας, 2012)






Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2017

Όλα




Όλα όσα έχω
όλα όσα μπορώ να θέλω
όλα όσα θέλω να έχω
όλα όσα μπορώ να πάρω
όλα όσα χρειάζομαι
όλα όσα μπορώ να έχω
όλα όσα μπορώ να φέρω
τα κουβαλάω.


Anna Breitenbach







Σάββατο 18 Μαρτίου 2017

Το μέτρημα




Έχτιζα μικρές ζωές στην άμμο,
μια μια το νερό τις διέλυε
Με κοίταξες σκεπτική
Βλέπεις; 
Η ζωή δε χάνεται μια φορά, είπες 
Τη ζωή τη χάνεις πολλές φορές από λίγο 

Άρχισα να μετρώ πόση έχασα 
Δεν έφταναν τα δάχτυλα 
Γέλασες 
Πόση ζωή έχασα; 
Ακόμη περιμένω να αρχίσει 
κι εσύ μου μιλάς για τέλος; 
Πήρα να θυμώνω
 
Η ζωή δε χάνεται μια κι έξω, 
Μαρία, ξαναείπες χωρίς καθόλου να γελάς 
(σαν να μεγάλωσα ξαφνικά) 
Κοίταξες τα χέρια μου, 
άμμος γλιστρούσε απ' τα δάχτυλα 

Τη ζωή, είπες, 
τη χάνεις λίγο λίγο
κάθε φορά που τη μετράς 
Και τους ανθρώπους; ρώτησα, 
αυτούς πώς τους χάνω; 
Α, αυτούς δεν τους χάνεις! είπες 
Απλώς μπερδεύεις στο μέτρημα 
αυτούς που δεν είχες ποτέ



Μαρία Ζαγκλαρά







Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016

Παράπονο





Πολλά δέν εἶχα μά ἕνα μόνο γύρεψα·
πολύ τό γύρεψα λίγο γιά νά τό λάβω.
Τό γύρεψα τόσο πολύ πού ἔπρεπε νά μοῦ δοθεῖ
ἄλλα μοῦ δόθηκαν πού δέν τά γύρεψα
τόσο πού τ’ ὀνειρεύτηκα πολύ
πού ἤτανε λίγο σάν νά τό’ χα λάβει.
Πολλά δέν γύρεψα ἕνα μονάχα μές στόν κόσμο αὐτό
καί μόνο αὐτό, ἄχ, πού γύρεψα δέν εἶχα.




Λέννα Παππά






(Από τη συλλογή "Σκοτεινός θάλαμος", Άπαντα Α’ τομ., 1979, Εκδόσεις των Φίλων)






Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016

Λαίδη Λάζαρος



...Κύριοι, κυρίες,
Αυτά είναι τα χέρια μου,
Τα γόνατά μου.
Μπορεί να είμαι πετσί και κόκαλο,
Εντούτοις, είμαι η ίδια, αυθεντική γυναίκα.
Την πρώτη φορά ήμουνα δέκα ετών.
Ήταν ένα ατύχημα.
Τη δεύτερη φορά το εννοούσα
Να κρατήσω ως το τέλος και να μην επιστρέψω καθόλου.
Κουνούσα κλειστή
Σα μια αχιβάδα.
Χρειάστηκε να φωνάζουν και να φωνάζουν
Και να μαζέψουν τα σκουλήκια από πάνω μου σα γλοιώδη μαργαριτάρια
Το να πεθαίνεις
Είναι μια τέχνη, σαν καθετί.
Το κάνω ιδιαίτερα καλά.
Το κάνω τόσο καλά που είναι η κόλαση.
Το κάνω τόσο καλά που μοιάζει αλήθεια.
Θα μπορούσατε να π
είτε ότι το έχω ταλέντο.
Είναι αρκετά εύκολο σε ένα κελί.
Είναι αρκετά εύκολο να το κάνεις και να μείνεις έτσι.
Είναι η θεατρική
Επιστροφή στο φως της μέρας
Στον ίδιο τόπο, στο ίδιο πρόσωπο, στην ίδια κτηνώδη
Απολαμβάνουσα φωνή:
«Έγινε ένα θαύμα!»
Αυτό μου κόβει την αναπνοή.
Πρέπει να πληρώσετε
Για να δείτε τις ουλές μου, πρέπει να πληρώσετε
Για ν’ ακούσετε την καρδιά μου –
Πραγματικά χτυπάει
Και πρέπει να πληρώσετε, να πληρώσετε, να πληρώσετε πολύ ακριβά,
Για μια λέξη ή για ένα άγγιγμα
Ή για λίγο από το αίμα μου
Ή για ένα κομμάτι από τα μαλλιά ή τα ρούχα μου.
Έτσι, έτσι λοιπόν, Χερ Ντόκτορ.
Έτσι, Χερ Εχθρέ μου.
Είμαι το έργο σου,
Είμαι το πολύτιμό σου,
Το όλο χρυσό μωρό
Που λιώνει σε μια κραυγή.
Περιστρέφομαι και καίγομαι.
Μη νομίσετε ότι υποτιμώ τη μεγάλη σας προσοχή.
Στάχτη, στάχτη –
Χώνετε κάτι και ανακατεύετε,
Σάρκα, κόκαλα, δεν υπάρχει τίποτα –
Ένα κομμάτι σαπούνι,
Ένα δαχτυλίδι γάμου,
Ένα χρυσό σφράγισμα.
Χερ Θεέ, Χερ Λούσιφερ,
Πρόσεχε.
Πρόσεχε.
Μέσα από τη στάχτη
Βγαίνω με τα κόκκινα μαλλιά μου στη μέρα
Και τρώω τους άντρες σαν αέρα.




Sylvia Plath







Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

Στο δάσος





Μέσ' απ' τα φύλλα σ' είδα
μεσ' απ' τα νερά σ' είδα
στο φως των φύλλων
στα φύλλα των νερών
μεσ' απ' τα νερά-φεγγάρια
στις λίμνες στους καταρράκτες σ' είδα
στις λίμνες που φτιάχνει το φως
στους καταρράκτες που κατρακυλάει το φως
το φως γύρ' απ' το σώμα σου.
Ερχόσουν προς το άνοιγμα των δέντρων
πατώντας πετώντας
πάνω από σταλαγματιές
γυαλιστερές θωπείες
στο ανυπόστατο μαύρο της νύχτας...
Α! η νύχτα αχνίζει πίσω απ' τους ώμους σου
αχνίζει σε φτερούγες
και λάμπει μυστηριακό ένα τρίγωνο
στο στήθος σου: στόχος εκθαμβωτικός
της ωραιότητας.
Απ' την πελούχα, τα πολυτρίχια
ως ψηλά στους στεφάνους
των υπέρτατων κλάδων
το άνω διάζωμα της τρέλας μες στη φύση
τις φωνές των σβολιασμένων νεκρών
την πηγή της πηγής
το αβάσταχτο πουλί της θλίψης
ακούω με τη δική σου τη φωνή
π' ανεβαίνει από τα βάθη
εκεί που η χολή και η ψυχή
ομόφωνα αρνιούνται να πεθάνουν.
Ό,τι δικό σου παραληρεί
στα σύδεντρα, στις χλοερές αυτοκρατορίες
των ονείρων
στις περίλαμπρες σιωπές του κισσού
στης φτέρης τις βουβές συγκοπές
στις κρασάτες λιγοθυμιές των φθινοπωρινών φύλλων.
Το νόημά σου αναβλύζει:
ότι καμιά ζωή 
δεν είναι πιο δυνατή απ' τον πόθο
καμιά πράξη πιο τελειωτική
από την ποίηση.
Εκεί που μ' άγγιξες
εκεί που άνθισα
εκεί που πήγα να πεθάνω
εκεί απ' όπου σε καλώ
λατρεύοντας τη φύση σου την "άλλη"
εκεί που σταυρώθηκα
εκεί που μαρτύρησα
για τη νεραϊδένια σου τη χάρη
εκεί που ο έρωτας λαφρής
μα με βαρύτατες συνέπειες στα νερά...
Ατίθασε, στη νομοτέλεια του πραγματικού
πες μου πως θα σε δω ξανά
στα ξέφωτα να βγαίνεις
με τα λιγνά σου πόδια
τυλιγμένα στις γλυσίνες
με σπέρμα πουλιών
στις ρίζες των μαλλιών σου
εσύ που φέρνεις τον ουρανό
που 'χασα ώρες κοιτώντας απ' το παράθυρο
τα κοράκια ν' αλλάζουν κατοικία
εσύ που λες τις λέξεις
σαν να 'σαν άγριοι κατιφέδες στις πλαγιές
εσύ που λάμπεις χείλια-λόγος
εσύ, ο υπέρτατος οργανισμός
της ποίησης στο ρέμα.




Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ



(ποίημα από τον συλλογικό τόμο "Ποίηση 1963-2011", Καστανιώτη, 2014)





Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Το πουλί και το κλουβί




Ι
Πουλιά, χιλιάδες πουλιά
σ' ένα μονάχα δέντρο
Τα κλουβιά είναι το πρόβλημα
τα κλουβιά είναι
που μας λείπουν 


ΙΙ
Το πουλί, 
ξέρεις πως το πουλί
κατέθεσε τα φτερά του;


ΙΙΙ
Μετάνοιωσε το πουλί,
μετάνοιωσε για τα φτερά του
που δεν άνοιξε
για τα φτερά του που δεν πίστεψε,
για τα φτερά του
που μείναν διπλωμένα στην άκρη


ΙV
Θα πρέπει να σου πω ξανά
για το πουλί, 
μέρες ολόκληρες ασχολείται 
με τις τροχιές που δε διέγραψε,
με τους λογισμούς που δεν αποτόλμησε,
με τα φτερά του
που δεν ξέραν τον δρόμο


V
Χρήσιμη εφεύρεση τα κλουβιά
φίλε μου.
Να δεις χωρίς αυτά
πόσα χαμένα πουλιά
θα είχαμε θρηνήσει. 





Μαρία Λογοθέτη




Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Η ουσία ήταν κάτι άλλο






Γράμμα από τη μαμά
Ι
Γράμμα από τη μαμά:
«Κι αν φύγουν όλοι, κόρη μου,

τι θ’ απογίνουμε εμείς που μένουμε;»


ΙΙ
Η θεία Αγγέλα ρωτά για σένα
κάθε φορά που 'ρχεται να μας δει
κι εγώ της απαντώ με υπεκφυγές
ή μήπως λέμε διαφυγές;
Ο γάτος πετάχτηκε απ’ το παράθυρο
κι εξαφανίστηκε
πράγματα των γάτων
πράγμα των ανθρώπων
Η παγωνιά έκαψε όλα τα δέντρα
μόνο μια λεμονιά κατάφερε και γλύτωσε
μόνη μέσα στην άγρια καταιγίδα
μας είπαν πως με τον καινούριο στρατηγό
τα πράγματα θ’ αλλάζανε
μ’ αν άλλαξε κάτι
ήταν για το χειρότερο
Ο μπακάλης της γωνίας πέθανε
καρδιακή προσβολή ή εμβολή
η γιαγιά σου η Μαρούχα πάντα με τους κιρσούς
κι η αδελφή σου με το έλκος
Αναρωτιέμαι αν βρέχει κατά κει
κάποιες φορές μετράω τη διαφορά ώρας
το ζήτημα των ημισφαιρίων
Μην μας ξεχνάς
που σ’ αγαπούμε τόσο.



Η ουσία

Μαθαίνει κανείς πως η ουσία
δεν ήταν τα βιβλία
δεν ήταν οι δίσκοι
δεν ήταν οι γάτες
δεν ήταν οι ανθισμένοι παράδεισοι
που ξεχύνονταν στα πεζοδρόμια
ούτε καν η πανσέληνος -λευκή-
στα παράθυρα
δεν ήταν η θάλασσα που έφτανε
τον ισοπεδωτικό μηρυκασμό της στο μώλο
ούτε οι φίλοι που δεν βλέπονται πια
ούτε οι δρόμοι της παιδικής ηλικίας
ούτ’ εκείνο το μπαρ που κάναμ’ έρωτα με το βλέμμα.

Η ουσία ήταν κάτι άλλο.



Πατροπαράδοτος πόνος

Έχω ένα πόνο εδώ,
στο μέρος της πατρίδας.



Στους Έλληνες πεσιμιστές

Το καλύτερο είναι να μη γεννιέσαι
αλλά στην περίπτωση που γεννηθείς
το καλύτερο είναι να μην είσαι εξόριστος.




Cristina Peri Rossi




Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

Ψαλμωδία της νύχτας






Άντρες! Κάποιοι άντρες,
δεν μπορούν να προσπεράσουν
ένα βιβλιοπωλείο.
(Κυρά μου, πάρ’ το απόφαση μια ζωή θα περιμένεις.)
Άντρες! Κάποιοι άντρες,
δεν μπορούν να ξεπεράσουν
ένα σκατό-παιχνίδι.
(Είπε πως θα ‘ρθει το σούρουπο, και ήδη ξημερώνει!)
Άντρες! Κάποιοι άντρες,
δεν μπορούν να προσπεράσουν
ένα μπαρ.
(Περιμένεις, και βαριέσαι, κι’ όλο έτσι θα συμβαίνει.)
Άντρες! Κάποιοι άντρες,
δεν μπορούν να ξεπεράσουν
μια Γυναίκα.
(Θεέ μου, μη μου ξαναστείλεις άλλον έναν τέτοιο!)
Άντρες! Κάποιοι άντρες,
Δεν μπορούν να περάσουν
ένα γήπεδο του γκολφ.
(Διάβασε ένα βιβλίο, κέντησε, πάρε ένα υπνάκο αν μπορείς.)
Άντρες! Κάποιοι άντρες,
Δεν μπορούν να προσπεράσουν
ένα ψιλικατζίδικο.
(Όλη σου τη ζωή, περιμένεις, ένα γαμημένο άντρα!)




Dorothy Parker





Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

Εξιλέωση




Κάθε φορὰ ποὺ ἁμάρταινα μισάνοιγε μιὰ πόρτα
κ' οἱ ἄγγελοι, ποὺ δὲν μὲ εἶχαν βρεῖ στὴν ἀρετή μου ὡραία,
τῶν ἄνθινων τους ἔγερναν ψυχῶν τὸν ἀμφορέα,
κάθε φορὰ ποὺ ἁμάρταινα λὲς κι ἄνοιγε μιὰ πόρτα...
Καὶ στάζανε τῶν οἰκτιρμῶν τὰ δάκρυα μὲς στὰ χόρτα.
Μ' ἀπ' τὰ οὐράνια ἂν μ' ἔδιωχνε τῆς τύψης μου ἡ ρομφαῖα
κάθε φορὰ ποὺ ἁμάρταινα μισάνοιγε μιὰ πόρτα,
μὲ βλέπαν οἱ ἄνθρωποι ἄσχημη κ' οἱ ἄγγελοι μόνο ὡραία.






Μελισσάνθη




(«Ἀνθολογία Νεοελληνικῆς Ποίησης», Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., Ἀθῆναι, 2000)









Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Συγχρωτιζόμενη με αγγέλους





Κουράστηκα να 'μαι γυναίκα,
με κούρασαν τα κουτάλια και τα βαζάκια,
με κούρασε το στόμα και τα στήθη μου,
με κούρασαν τα καλλυντικά και τα μεταξωτά.
Ακόμα υπήρξαν άντρες που κάθισαν στο τραπέζι μου,
σε κύκλο γύρω από το μπολ που τους προσέφερα.
Το μπολ ήταν γεμάτο μαύρα σταφύλια
και οι μύγες τριγύριζαν για το άρωμα
μάλιστα ήρθε και ο πατέρας μου με το λευκό του οστό.
Αλλά κουράστηκα απ' το γένος των πραγμάτων.
Χθες βράδυ είδα ένα όνειρο
και είπα σ' αυτό...
«Εσύ είσαι η απάντηση.
Θα επιβιώσεις περισσότερο από τον σύζυγο και τον πατέρα μου».
Σε εκείνο τ' όνειρο μια πόλη ήταν καμωμένη από αλυσίδες
όπου η Ιωάννα καταδικάστηκε σε θάνατο μ' ανθρώπινη φορεσιά
και η φύση των αγγέλων χάθηκε ανεξήγητα,
ούτε δυο ανήκανε στο ίδιο είδος,
ένας με μια μύτη, ένας μ' ένα αυτί στο χέρι του,
ένας μασώντας ένα αστέρι και καταγράφοντας την τροχιά του,
καθένας σαν ένα ποίημα πειθαρχώντας στον εαυτό του,
εκτελώντας τις τελετές του Θεού,
ένας άνθρωπος ξεχωριστά.
«Εσύ είσαι η απάντηση»,
είπα και εισήλθα,
πλαγιάζοντας στις πύλες της πόλης.
Στη συνέχεια οι αλυσίδες σφίχτηκαν γύρω μου
κι έχασα το συνηθισμένο μου φύλο και την τελική μου άποψη.
Ο Αδάμ ήταν εξ αριστερών μου
και η Εύα εκ δεξιών μου,
και οι δυο παντελώς ασταθείς με τον κόσμο της αιτίας.
Πλέξαμε τα χέρια μας μαζί
και στριφογυρίσαμε κάτω απ' τον ήλιο.
Δεν ήμουν γυναίκα πια,
μήτε το ένα πράγμα μήτε το άλλο.
Ω Κόρες της Ιερουσαλήμ,
ο βασιλιάς μ' έχει φέρει στο δωμάτιο του.
Είμαι μαύρη κι όμορφη.
Εχω ξεκουμπωθεί και είμαι γυμνή.
Δεν έχω χέρια ή πόδια.
Είμαι ολόκληρη ένα δέρμα σαν ψάρι.
Είμαι τόσο πια γυναίκα
όσο κι ο Χριστός ήταν άνδρας.




Ann Sexton




Σάββατο 19 Μαρτίου 2016

Μαμά, ο μπαμπάς





Γέννησα τη μητέρα και τον πατέρα μου
Βλαμμένα δίδυμα
Να μην μπορούν να μιλήσουν
Να μην ξέρουν πώς να το ζητήσουν
Μαμά μαμά

Όλη την ώρα και τα δυο τους
Με κάνανε μητέρα
Με ένα παιδί
Που είναι δύο
Που είναι όλα
Ορφανά



Δήμητρα Αγγέλου





Εγώ είμαι εγώ
κι εγώ δεν θέλω το επώνυμο σου πατέρα (ή οποιουδήποτε άλλου)
ούτε τ’ όνομα της μητέρας σου θέλω
ούτε τη θρησκεία του παπά που σε βάφτισε
ούτε να είμαι ο εξισορροπητικός παράγοντας του σπιτικού σου,
ούτε να αφομοιώνω τους κραδασμούς του γάμου σου

και ούτε για συνοδευτική κληρονομιά
την ψυχοπαθολογία ολόκληρης της οικογένειας,
της γειτονιάς,
της χώρας και του πλανήτη που γεννήθηκα θέλω.

εγώ είμαι η Εύα
πλασμένη από τα δικά μου χέρια
τα ατελή
όπως ατελής είναι και ο θεός που πιστεύετε

και εσύ μάνα
όχι, δεν έχεις το σύνδρομο της άδειας αγκαλιάς από τότε που έφυγα
για άλλο λόγο κλαις
για τον μαλάκα που παντρεύτηκες



Εύα Μουδική




Ο καλός μου ο μπαμπάς Αβέρκιος
με έπαιρνε στα γόνατά του
με νταχτίριζε
γελάγαμε
μου έλεγε : κοίτα τι έχω
μέσα στο παντελόνι μου
του έλεγα: τι είναι αυτό ντάντυ;
μου έλεγε: είναι ένα γλειφιτζούρι
για κακά παιδιά
του έλεγα: κι εγώ που δεν είμαι
παιδί κακό δεν θα πρέπει να γλείψω;
μου έλεγε : όχι είσαι κακό παιδί
γι αυτό και θα γλείψεις
είναι με γεύση φράουλα που σ’ αρέσει
όσο έγλειφα έγλειφα ρουφούσα
η φράουλα δεν έβγαινε στο στόμα μου
η φράουλα πουθενά
ή μάλλον με είχε κοροϊδέψει ο ντάντυ
ο ντάντυ λαχάνιαζε όσο εγώ το γλεντούσα
κι ύστερα το γλειφιτζούρι
έκανε εμετό
με γεύση φράουλα.



Αιμιλία Δρυώνη





Τετάρτη 9 Μαρτίου 2016

Λέξεις




Όταν φεύγω από σένα
δεν ξέρω τι να κάνω μ' εμένα.
Κυλάω σαν κέρμα στο πεζοδρόμιο.
Πετάω σαν σακούλα στον αέρα.
Τρακάρω την πραγματικότητα.
"Έχεις τραπεί σε σιγή" ξεφωνίζει.
Μη μου ζητάς να μιλήσω.
Έχει σφηνώσει στο στήθος μου όλο το αλφάβητο.
Ζήτα μου να σε φιλήσω.
Ζήτα μου να σε φτύσω, να σε κατουρήσω.
Ζήτα μου να πέσω στα τέσσερα να γλείφω τα χνάρια σου.
Ζήτα μου να σε φροντίσω, να σε αγαπήσω.
Ζήτα μου να σε χτυπήσω.
Ζήτα μου την αναπνοή μου.
Στη χαρίζω.
Μη μου ζητάς να μιλήσω.
Αν μιλήσω,
ό,τι έχει ως τώρα ειπωθεί θα ξεπέσει.
Θα βγει από το στόμα μου μουσική,
ένα σμήνος αγάπης και χιόνι.
Ίσως κι αλλά που δεν ξέρω.
Σαν κύμα θα σε σηκώσουν
και μαζί θα συντριβείτε στην επόμενη παύση.
Οι λέξεις θα σ' αλλάξουν.
Θα γίνεις απαλός.
Ένας φάρος εγώ.
Να θαυμάζεις.
Να μικραίνεις.
Μη ζητάς να μιλήσω.
Είμαι φρικτά καλή στις λέξεις
όταν τελικά τις ορίσω.
Εγώ δεν ζήτησα τίποτα από 'σένα.
Μόνο εμένα





Τόνια Κοσμαδάκη








Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Γκόμενα




Αν με πιάσεις γκόμενα
Μη μου αγοράσεις εσώρουχα.
Δεν τα φοράω, με σφίγγουν
Μη μου χαρίσεις βιβλία.
Βλέπω τις σκέψεις μου γραμμένες κι από άλλους, απελπίζομαι.
Μη με πας να δούμε το ηλιοβασίλεμα.
Θα σκέφτομαι πως το βλέπουν, δεν ξέρω πόσα εκατομμύρια κρετίνοι.
Γαμημένοι κρετίνοι.
Μη με πας έξω για φαγητό.
Πίνω, δεν τρώω, θα σε εκθέσω.
Μην μου χαρίσεις κοσμήματα.
Θα τα πουλήσω και θα τρέξω να αγοράσω μια μικρή κινέζικη ομπρέλα που μέρες τώρα είναι στην βιτρίνα και δεν μπορώ άλλο να την βλέπω να περιμένει.
Μη μου χαϊδέψεις τα μαλλιά, μου τα χάιδευε ο μπαμπάς μου.
Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό.
Αν με πιάσεις γκόμενα, βάλε μια καρέκλα κουτσή στη γραμμή της λεωφόρου.
Και άφησε με εκεί να κάθομαι σε ώρα αιχμής.
Μη σταθείς στο πεζοδρόμιο, φύγε, εγώ θα ξέρω πως είσαι εκεί.
Να απαιτήσεις αγάπη, γιατί μπορώ.
Να μην κρατήσεις τίποτα για σένα.
Να τα δώσεις όλα σε εμένα.
Γιατί εγώ ξέρω τι είναι για πέταμα και τι είναι χρυσός.
Εσύ δεν ξέρεις, είσαι άντρας.
Να κλαις. Να ξέρω ότι δεν είσαι πέτρινος όπως όλοι τους.
Θέλω λουλούδια.
Αγαπώ τα λουλούδια.
Κι εκείνα με αγαπούν.
Μερικές φορές φυτρώνουν στα μάγουλά μου.
Μ’ αρέσει να προχωράω στην άκρη της ταράτσας.
Να με πιστεύεις.
Κι αν πέσω, έπεσα.
Αν με πιάσεις γκόμενα μην σε πείσω πως είμαι δυνατή.
Εγώ αυτό θα κάνω.
Εσύ μην πειστείς.
Τέλος, ο σκοπός είναι να νοιώσουμε απόλυτα ευτυχείς.
Να μοιάσουμε θεοί.
Για κάτι λιγότερο, ας μην μπούμε καθόλου στον κόπο.



Τόνια Κοσμαδάκη





Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Αποκάλυψη




Σε βρίσκω τόσο συχνά
τις πιο παράδοξες στιγμές
εκεί που ελάχιστα σε περιμένω.
Σε βρίσκω
-κατάπληκτη-
σε μια σκέψη μου
σε μια κίνηση
σε μια λέξη μου
μες στα μάτια μου 
μας στο δέρμα μου.
Κι είναι τα χέρια μου 
σαν να ντυθήκανε τα δικά σου.
Κι απορώ
και θαυμάζω
πόσο τέλεια μεγάλωσες μέσα μου.



Λεία Χατζοπούλου




Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Καμένος τόπος




Όταν βρεις έναν τόπο,
μάθε να τον προσέχεις.
Μπορεί να έχει καεί.
Από χέρια, σαν τα δικά σου.


Ευανθία Αλεξέλη


Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

Φεύγω απ' την πατρίδα




Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,
εκτός αν πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία
τρέχεις προς τα σύνορα μόνο όταν βλέπεις
ολόκληρη την πόλη να τρέχει κι εκείνη
οι γείτονές σου τρέχουν πιο γρήγορα από σένα
με την ανάσα ματωμένη στο λαιμό τους
το αγόρι που ήταν συμμαθητής σου
που σε φιλούσε μεθυστικά πίσω από το παλιό εργοστάσιο τσίγκου
κρατά ένα όπλο μεγαλύτερο από το σώμα του
αφήνεις την πατρίδα
μόνο όταν η πατρίδα δε σε αφήνει να μείνεις.
Kανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά
φωτιά κάτω απ΄ τα πόδια σου
ζεστό αίμα στην κοιλιά σου
δεν είναι κάτι που φαντάστηκες ποτέ ότι θα έκανες
μέχρι που η λεπίδα χαράζει απειλές στο λαιμό σου
και ακόμα και τότε ψέλνεις τον εθνικό ύμνο
ανάμεσα στα δόντια σου
και σκίζεις το διαβατήριό σου σε τουαλέτες αεροδρομίων
κλαίγοντας καθώς κάθε μπουκιά χαρτιού
δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται να γυρίσεις.
Pρέπει να καταλάβεις
ότι κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα
εκτός αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά
κανένας δεν καίει τις παλάμες του
κάτω από τρένα, ανάμεσα από βαγόνια
κανένας δεν περνά μέρες και νύχτες στο στομάχι ενός φορτηγού
τρώγοντας εφημερίδες
εκτός αν τα χιλιόμετρα που ταξιδεύει
σημαίνουν κάτι παραπάνω από ένα ταξίδι.
Kανένας δε σέρνεται
κάτω από φράχτες
κανένας δε θέλει να τον δέρνουν
να τον λυπούνται
κανένας δε διαλέγει τα στρατόπεδα προσφύγων
ή τον πλήρη σωματικό έλεγχο σε σημεία
όπου το σώμα σου πονούσε
ή τη φυλακή,
επειδή η φυλακή είναι ασφαλέστερη
από μια πόλη που φλέγεται
και ένας δεσμοφύλακας το βράδι
είναι προτιμότερα από ένα φορτηγό
γεμάτο άντρες που μοιάζουν με τον πατέρα σου
κανένας δε θα το μπορούσε
κανένας δε θα το άντεχε
κανένα δέρμα δε θα ήταν αρκετά σκληρό
για να ακούσει τα:
γυρίστε στην πατρίδα σας μαύροι
πρόσφυγες
βρομομετανάστες
ζητιάνοι ασύλου
που ρουφάτε τη χώρα μας
αράπηδες με τα χέρια απλωμένα
μυρίζετε περίεργα
απολίτιστοι
κάνατε λίμπα τη χώρα σας και τώρα θέλετε
να κάνετε και τη δική μας
πώς δε δίνουμε σημασία
στα λόγια
στα άγρια βλέμματα
ίσως επειδή τα χτυπήματα είναι πιο απαλά
από το ξερίζωμα ενός χεριού ή ποδιού
ή τα λόγια είναι πιο τρυφερά
από δεκατέσσερις άντρες
ανάμεσα στα πόδια σου
ή οι προσβολές είναι πιο εύκολο
να καταπιείς
από τα χαλίκια
από τα κόκαλα
από το κομματιασμένο κορμάκι του παιδιού σου.
Θέλω να γυρίσω στην πατρίδα,
αλλά η πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία
πατρίδα είναι η κάνη ενός όπλου
και κανένας δε θα άφηνε την πατρίδα
εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγούσε μέχρι τις ακτές
εκτός αν η πατρίδα σού έλεγε να τρέξεις πιο γρήγορα
να αφήσεις πίσω τα ρούχα σου
να συρθείς στην έρημο
να κολυμπήσεις ωκεανούς
να πνιγείς
να σωθείς
να πεινάσεις
να εκλιπαρήσεις
να ξεχάσεις την υπερηφάνεια
η επιβίωσή σου είναι πιο σημαντική.
Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα είναι
μια ιδρωμένη φωνή στο αυτί σου
που λέει
φύγε,
τρέξε μακριά μου τώρα
δεν ξέρω τι έχω γίνει
αλλά ξέρω ότι οπουδήποτε αλλού
θα είσαι πιο ασφαλής απ΄ ό,τι εδώ.




Ουαρσάν Σάιρ
(Κενυάτισσα ποιήτρια)


Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

Αρχαίος Έρωτας


(πλάνο απ' την εξαιρετική ταινία "Το μυστικό στα μάτια της", 2009, του Juan José Campanella)

Ο έρωτας συγκλόνισε
την καρδιά μου όπως ο άνεμος που κατεβαίνει από το βουνό
τραντάζει τις βελανιδιές


Σαπφώ



Ω, η καρδιά μου θα ήταν σκλάβα αν με αγκάλιαζε.
Κάθε κεφάλι γυρίζει -μοναδικό της σφάλμα-
να την κοιτάξει.
Ευτυχισμένος αυτός που στο τέλος θα τη σφίξει
στην αγκαλιά του,
πρώτος θα σταθεί ανάμεσα σ’ όλους τους νέους εραστές.
Το μάτι ακόμα την ακολουθεί
τη στιγμή που αυτή έχει κιόλας βγει απ’ το πεδίο του,
Μια μόνο θεά,
μοναδική.


Άγνωστος Αιγύπτιος ποιητής
(γραμμένο περί το 1000 π.Χ.)



Γαμπρέ, αγαπημένε της καρδιάς μου,
σαν το μέλι γλυκιά είναι η ομορφιά σου.
Λιοντάρι, αγαπημένο της καρδιάς μου με μάγεψες.

’Ασε με να σταθώ τρέμοντας, μπροστά σου,
να σε αγγίξω με το χάδι μου.
Το χάδι μου είναι ακριβό,
πιο απολαυστικό είναι από την ομορφιά.
Σαν το μέλι με το γάλα.

Γαμπρέ, πες στη μητέρα μου,
θα σου δώσει λιχουδιές.
Στον πατέρα μου, θα σου δώσει δώρα.
Τη ψυχή σου να ζωντανέψω, ξέρω.
Γαμπρέ κοιμήσου στο σπίτι μας ως την αυγή,
τη καρδιά σου ξέρω πως να ευχαριστήσω.
Λιοντάρι κοιμήσου στο σπίτι μας ως την αυγή.

Εσύ, επειδή μ’ αγαπάς, κύριέ μου,
κύριε προστάτη μου, Σουσίν μου,
εσύ που ευφραίνεις τη καρδιά της Ενλίλ,
άγγιξέ με, με το χάδι σου.


Άγνωστου ποιητή
(Το αρχαιότερο ερωτικό ποίημα, χρονολογημένο το 2037 π.Χ.

Βρέθηκε στην περιοχή Νιπούρ, στην αρχαία Σουμερία, ή αλλιώς στο σημερινό Ιρακ.)