Τρίτη 10 Ιουλίου 2018

Λίγα λόγια για τον φόβο



Σχετική εικόνα


Η πείνα τρέφεται με φόβο. Ο φόβος της σιωπής ηχεί εκκωφαντικός στους δρόμους. Ο φόβος απειλεί:

Αν αγαπήσεις, θα κολλήσεις έιτζ.
Αν καπνίσεις, θα πάθεις καρκίνο.
Αν αναπνεύσεις, θα μολυνθείς.
Αν πιεις, θα τρακάρεις.
Αν φας, θα σου ανέβει η χοληστερίνη.
Αν μιλήσεις, θα μείνεις άνεργος.
Αν περπατήσεις, θα σου επιτεθούν.
Αν αρχίσεις να σκέφτεσαι, θα έχεις άγχος.
Αν αρχίσεις να αμφιβάλλεις, θα τρελαθείς.
Αν αρχίσεις να αισθάνεσαι, θα νιώσεις μοναξιά.


Eduardo Galeano


(από το βιβλίο "Οι λέξεις ταξιδεύουν", εκδ. Πάπυρος)




Σάββατο 7 Ιουλίου 2018

Για τις γυναίκες που αγάπησα




Καπνίζω.
Καμιά φορά φουμάρω μέχρι σαράντα τσιγάρα τη μέρα.
Συχνά, όμως, το τσιγάρο μου καίει ανώφελα, λησμονημένο στο τασάκι, ενώ αναπολώ
τις γυναίκες που αγάπησα.


----


Όλα τα δικά σου τα ξέρω.
Πώς κοιτάς όταν λες ψέματα.
Πώς κόβεις το κρέας με το μαχαίρι.
Πώς ακριβώς μυρίζει η επιδερμίδα σου.
Ακουμπώ το κεφάλι στην κοιλιά σου και
τα έντερά σου γουργουρίζουν.
Την Γυναίκα την αγαπάς στο σύνολό της, ή καθόλου.


----


Δεν εζήτησα συμβουλές και συμβουλές μου δίνουν
απρόσκλητοι συμβουλάτορες φαφλατάδες μικροαστοί
λένε λένε κι όλο προφητεύουν
τάχα θα με φάνε οι ωραίες γυναίκες
ενώ χαρά μου να με φάνε οι καλλονές
κι αλίμονο σε σας δυστυχισμένοι
που τα γεγονότα δεν σας χορταίνουν
κι η ζωή σας χτισμένη σιωπή και κακομοιριά
όσο για μένα
κρυφά την αγαπώ
και είναι ωραία και είναι αβρή και μυστικά την αγκαλιάζω
ούτε πουλί μάς βλέπει
ούτε ανθός μάς ακούει
φιλιόμαστε κι οι τοίχοι καμπυλώνουν.





Ηλίας Πετρόπουλος





Δευτέρα 11 Ιουνίου 2018

Ευτυχία





Αμέτρητες οι φορές που είπαμε να συναντηθούμε σε κάποιο φωτεινό μέρος, είτε στις κάποιες έξι των απογευμάτων είτε στις κάποιες οκτώ των δειλινών που έχουνε πιο φρόνιμο φως, κι εγώ να περιμένω, να την περιμένω με τις ώρες και που να φανεί. Και με τι θράσος να εμφανίζεται μετά στα όνειρά μου, να μου ζητάει συγνώμη που δεν ήρθε, γιατί είχε χάσει κάποιον δικό της κι ήτανε στις μαύρες της, ή και να μου επιτίθεται πως ενώ ήρθε, ενώ περίμενε εκεί μέσα στις ώρες της αναμονής μου, εγώ δεν την αναγνώρισα και δε φταίει αυτή.
Είδα κι έπαθα να μην έχω την ανάγκη της. Και τώρα που παλεύοντας τα κατάφερα, έρχεται και μου δίνει συγχαρητήρια, πως αυτό ακριβώς, ότι δεν έχω την ανάγκη της, αυτό είναι ευτυχία. Άπιαστη σου λέω.



Κική Δημουλά



(Απόσπασμα από το Αντεύχομαι του βιβλίου της "Εκτός σχεδίου", Ίκαρος, 2004)








Τρίτη 22 Μαΐου 2018

Γυναίκα





Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι,
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι,
πρώτη φορά σε μια σπηλιά στην Αλταμίρα

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει.
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ’ είδες;
Στην άμμο πάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ’ την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις, Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.




Νίκος Καββαδίας






Δευτέρα 14 Μαΐου 2018

Η αγκαλιά σου φάρμακο




Μάλλον είναι πιο εύκολο να σου πω, πονάω εδώ και εκεί στο σώμα μου, παρά να σου πω "πάρε με στην αγκαλιά σου θέλω να κλάψω".



Αλέξανδρος Λουπασάκης


(από τα Μαθήματα Χαρούμενης Ιατρικής του)






Παρασκευή 11 Μαΐου 2018

Σε παντρεύτηκα




Σε παντρεύτηκα αργά σταθερά σωτήρια
Παντρεύτηκα τα οστά σου που έκαιγαν
Την κόλαση του μυαλού σου
Πήρα την οδύνη που έπεφτε απ’ το δέρμα σου
Σε μπάλες χιονιού
Και τη ζέστανα μαλακά
Με την ανάσα μου

Παντρεύτηκα τις ρωγμές των μελών σου
Την άνοιξη εκείνων των γενναίων μαλλιών
Το κίτρινο καμπαναριό της ψυχής
Που σιγούσε
Και την τρύπα που είχε ανοίξει ο χρόνος
Μέσα σου

Έφτασα αμίλητος έως τα νύχια
Τα άναψα
Και πέρασα εκεί
Στα μικρά σου χάλκινα δάχτυλα
Δύο εκκωφαντικές βέρες

Η μία έγραφε σήμερα
Η άλλη αύριο
Εσύ μου είπες ποτέ

Και κατάλαβα ότι ήταν για πάντα




Σταύρος Σταυρόπουλος


(Από την ποιητική συλλογή "So Long, Marianne", Εκδόσεις Σμίλη 2017)



Παρασκευή 4 Μαΐου 2018

Μυρωδιά

 
    




Τί μυρίζει η ψυχή σου;




Ερασιτέχνης Άνθρωπος