Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

Η ταφή που δεν έγινε





Πέθανε κι άλλος φίλος.
Αναπάντεχα. Ούτε προετοιμασίες. Ούτε αποχαιρετισμοί
Να έτσι ξαφνικά, φύτρωσαν τα γιασεμιά στα μάτια του.
Δεν άντεξε στις τόσες μετακινήσεις, στις τόσες αλλαγές.
Κι ένα πρωινό ανοίγοντας το παράθυρο, τον χτύπησε
ο ήλιος κατά πρόσωπο και έμεινε κρεμασμένος στο περβάζι.
Η αλυσσιδίτσα στο λαιμό του, γυάλισε για τελευταία φορά
απεγνωσμένα στο φως.
Το σώμα του μένει ακόμα κει
ξεχασμένη σημαία μεγάλης ήττας! – Εσύ μικρή εταίρα γιατί κλαις;
Για τον θάνατό μας εργάζονται άλλοι.



Γιάννης Κοντός




Όποιος φεύγει, για τον άλλον κόσμο ή για αυτόν, αλλά κάπου αλλού, μακριά, να παίρνει μαζί του και τα πράγματά του. Τί είμαστε εμείς, οι και καλά τυχεροί που μείναμε πίσω, δούλοι αναμνήσεων; Να τα μαζεύουμε και από το κλάμα να μουσκεύουν; Μουχλιάζουν κύριοι έτσι τα ρούχα και βρωμάνε, όπως τα σώματά σας τα πεθαμένα. Και άλλωστε, να τα κάνουμε τι; Θα τα φορέσει σάμπως κανένας; Δεν μας σκέφτεστε καθόλου; Προφανώς, τι ρωτάω. Και όταν ακούω αυτή την ερώτηση "τί τα θέλει τόσα, μαζί του θα τα πάρει;" θέλω να φωνάξω, ναι ρε μαζί του να τα πάρει και να μην ξαναγυρίσει, να μην φαίνεται από πουθενά πως υπήρξε, αλλά κρατιέμαι, γιατί δεν ξέρω ακόμη, αν πιο πολύ λυπούν αυτούς που έφυγαν και δεν τα πήραν μαζί τους ή αυτούς που έμειναν και τα μαζεύουν. Τέλος πάντων, η ουσία είναι πως αύριο θα πάω για ψώνια. Θέλω να είμαι σίγουρη πως θα σας ταλαιπωρήσω.




Ερασιτέχνης Άνθρωπος




2 σχόλια:

  1. Διαβάζοντας τα παραπάνω απλά η σκέψη πήγε...https://youtu.be/8QzaUz2GrlQ
    Πραγματικά κάτι διαφορετικά όμορφο!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή