Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

Στο δάσος





Μέσ' απ' τα φύλλα σ' είδα
μεσ' απ' τα νερά σ' είδα
στο φως των φύλλων
στα φύλλα των νερών
μεσ' απ' τα νερά-φεγγάρια
στις λίμνες στους καταρράκτες σ' είδα
στις λίμνες που φτιάχνει το φως
στους καταρράκτες που κατρακυλάει το φως
το φως γύρ' απ' το σώμα σου.
Ερχόσουν προς το άνοιγμα των δέντρων
πατώντας πετώντας
πάνω από σταλαγματιές
γυαλιστερές θωπείες
στο ανυπόστατο μαύρο της νύχτας...
Α! η νύχτα αχνίζει πίσω απ' τους ώμους σου
αχνίζει σε φτερούγες
και λάμπει μυστηριακό ένα τρίγωνο
στο στήθος σου: στόχος εκθαμβωτικός
της ωραιότητας.
Απ' την πελούχα, τα πολυτρίχια
ως ψηλά στους στεφάνους
των υπέρτατων κλάδων
το άνω διάζωμα της τρέλας μες στη φύση
τις φωνές των σβολιασμένων νεκρών
την πηγή της πηγής
το αβάσταχτο πουλί της θλίψης
ακούω με τη δική σου τη φωνή
π' ανεβαίνει από τα βάθη
εκεί που η χολή και η ψυχή
ομόφωνα αρνιούνται να πεθάνουν.
Ό,τι δικό σου παραληρεί
στα σύδεντρα, στις χλοερές αυτοκρατορίες
των ονείρων
στις περίλαμπρες σιωπές του κισσού
στης φτέρης τις βουβές συγκοπές
στις κρασάτες λιγοθυμιές των φθινοπωρινών φύλλων.
Το νόημά σου αναβλύζει:
ότι καμιά ζωή 
δεν είναι πιο δυνατή απ' τον πόθο
καμιά πράξη πιο τελειωτική
από την ποίηση.
Εκεί που μ' άγγιξες
εκεί που άνθισα
εκεί που πήγα να πεθάνω
εκεί απ' όπου σε καλώ
λατρεύοντας τη φύση σου την "άλλη"
εκεί που σταυρώθηκα
εκεί που μαρτύρησα
για τη νεραϊδένια σου τη χάρη
εκεί που ο έρωτας λαφρής
μα με βαρύτατες συνέπειες στα νερά...
Ατίθασε, στη νομοτέλεια του πραγματικού
πες μου πως θα σε δω ξανά
στα ξέφωτα να βγαίνεις
με τα λιγνά σου πόδια
τυλιγμένα στις γλυσίνες
με σπέρμα πουλιών
στις ρίζες των μαλλιών σου
εσύ που φέρνεις τον ουρανό
που 'χασα ώρες κοιτώντας απ' το παράθυρο
τα κοράκια ν' αλλάζουν κατοικία
εσύ που λες τις λέξεις
σαν να 'σαν άγριοι κατιφέδες στις πλαγιές
εσύ που λάμπεις χείλια-λόγος
εσύ, ο υπέρτατος οργανισμός
της ποίησης στο ρέμα.




Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ



(ποίημα από τον συλλογικό τόμο "Ποίηση 1963-2011", Καστανιώτη, 2014)





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου