Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Δημητρός




Όταν περπατάει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις συμβαίνει αυτό, έχει το άσπρο του φορτηγάκι που τον πάει παντού, το αριστερό του πόδι κάνει περισσότερο θόρυβο. Ο πάτος απ’ το παπούτσι του είναι σχεδόν ξεκολλημένος και το σέρνει να μη φανεί. Στο παντελόνι, φαίνονται τα σχήματα  του κινητού, των κερμάτων, των τσιγάρων, ήταν δεν ήταν στις τσέπες του. Ξεθωριασμένο το χρώμα του παντελονιού και στον κώλο, κάθεται μες τις ώρες στο μπακάλικό του και ας μην πατά πια ψυχή και πίσω από το γόνατο, το δεξί βεβαίως, εκεί που λυγίζει το πόδι. Η ζώνη κάτω από την κοιλιά καθόλου δεν εμποδίζει το πουκάμισο να βγει από τη μέση του και οι αγκώνες έχουν φαγωμένα μπαλώματα τόσο που δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν ήταν έτσι από την αγορά του ή αν τα έραψε κάποια από τις τρεις και πλέον γυναίκες του. Μέσα σε δέκα χρόνια εξάντλησε τους τρεις επιτρεπόμενους ορθόδοξους γάμους, ακολούθησαν συγκατοικήσεις χωρίς τέτοιου είδους επισημότητες αλλά και οι αντίστοιχοι χωρισμοί. «Κι άλλες πάτε και πάρτε τον. Για ζήστε μαζί του να δείτε και σεις τι εστί Δημητρός», έλεγε η πρώτη του γυναίκα όταν οι γειτόνισσές της την σφύριξαν πως σπίτωσε άλλην. Όλες έζησαν στο σπίτι του, το πατρικό της μάνας του, στης οποίας το δωμάτιο καμιά δεν άφηνε να μπει, έστω να ανοίξει το παντζούρι. Μόνο αυτός. 
   Το μπακάλικο ρήμαζε από τότε που έφυγε και η τελευταία, πέντε χρόνια τώρα. Ψωμιά, γάλατα και τσιγάρα έφερνε, όσα θεωρούσε αναγκαία γι’ αυτόν. Κάτι γιαγιάδες που δε μπορούσαν να περπατήσουν μέχρι την πλατεία ήταν οι μόνες πελάτισσες και επειδή δεν καλοέβλεπαν τις πάσαρε και κανένα ληγμένο γάλα. Δωσ’ του και έκαναν ρυζόγαλο για να μην το πετάξουν και από καμιά φορά, η γιαγιά απέναντι που ήταν σαν θειά του, του πήγαινε και από κανένα αχνιστό πιάτο με μπόλικη κανέλα. «Αχ Δημητρό, στην σύνταξη κοντεύεις να βγεις και ποια η προκοπή σου;». Δεν την απαντούσε πια. Είχαν πει τα ίδια και τα ίδια άπειρες φορές. «Δεν άφησες  γυναίκα να στεριώσει στο σπιτικό σου ή ένα παιδί, αφιλότιμε, φοβήθηκες να κάνεις να το 'χεις συντροφιά, να σε γηροκομήσει. Ποιος θα γυρίσει να σε δει νομίζεις, εγώ;», ήταν η συνέχεια της ίδιας «κασέτας» που έπαιζε για χρόνια. Παιδί, λέει, τι παιδί; Και αν δεν έβγαινε κορίτσι να του δώσει το όνομα της μάνας του, τι να το κάνει; Να έβγαινε κανένα αγόρι και να έπρεπε να ακούει μια ζωή το όνομα του αναθεματισμένου πατέρα του. Θεός να φυλάξει! Καλά έκανε ο ακατανόμαστος και τους άφησε χρόνους νωρίς, αν και ήταν κάπως ξαφνικά, όλοι το είπαν στο χωριό, και καλά έκανε και αυτός που δεν έκανε παιδιά, γιατί άλλωστε καμιά τους δεν θα μπορούσε να του κάνει κόρη σαν τη μάνα του. 
   Πήρε τον δρόμο χωρίς το φορτηγάκι του. Δεν ήθελε να ταράξει με τη τρύπια του εξάτμιση την ησυχία της κυρά Μέλπως, όχι βέβαια ότι μπορούσε να την αναστατώσει, αφού ξαπλωμένη στο νεκροκρέβατό της ήταν, αλλά να, θυμόταν τα λόγια της μάνας του που του έλεγε «ο νεκρός θέλει ησυχία, γιατί αλλιώς θα σηκωθεί και θα σε πάρει μαζί του». Φοβόταν, δεν γινόταν να το αρνηθεί, από χρονιάρικο τον κουβαλούσε μαζί της όπου και αν πήγαινε, μα οι αγαπημένες του στιγμές ήταν στις κηδείες, όταν πήγαιναν στο σπίτι να κλάψουν το νεκρό. Καθόταν κολλητά στη μαμά του, τότε τα σπίτια ήταν στενόχωρα, με σταυρωμένα τα χέρια, μα δεν τον πείραζε καθόλου, ούτε το ότι ήταν το μόνο παιδί, ούτε ότι έκλαιγαν, ούτε το στρίμωγμα, αντιθέτως, γιατί μπορούσε να είναι τόσο κοντά της, να την μυρίζει, να την αγγίζει, να ακουμπά το κεφάλι του στο μπράτσο της, τάχα ότι συμπονά και αυτός ή ότι βαριέται. Κάποιες φορές κουνιόταν ελαφρά μπρος πίσω για να μοιάζει με χάιδεμα η μεταξύ τους επαφή. Ο Δημητρός από τότε, τι κι αν έθαψε τη μάνα του, πήγαινε σε όλες τις κηδείες με την πρόφαση πως είχε μπακάλικο, ήταν επιχειρηματίας και έπρεπε να έχει με όλους καλές σχέσεις, καθόταν πλάι σε κάποια γιαγιά και έβαζε τα χέρια στα μάτια του και έκλαιγε, όχι για το άρτι αποθανόντα, αλλά για τη μάνα του και μόνο για αυτήν.



Ερασιτέχνης Άνθρωπος



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου